Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Τριαδικότητες



Ένα ξύλινο παλιό τραπεζάκι και πάνω του ένα μάτσο άδειες σελίδες, η μία πάνω στην άλλη, να δημιουργούν μια προσμονή και μια προοπτική. Όσο όμως περνούσε η ώρα, η δική σου απραξία αυτήν την προσμονή είχε την δύναμη να την μετατρέψει σταδιακά σε απελπισία.
Είχες καθίσει ώρες πριν, με τον ήλιο να σε τυφλώνει και την λαχτάρα για γράψιμο να σε ζεσταίνει και να σε ζωογονεί, έτοιμος για το παρακάτω. Είχες πάρει μια βαθιά ανάσα και είχες προσπαθήσει να βουτήξεις σε εκείνο τον περίεργο κόσμο που η πένα σου μπορούσε να δημιουργεί με ευκολία. Όχι όμως σήμερα. Η βουτιά σε πόνεσε διότι αν και προετοιμάστηκες για μια κρύα και φιλική  θάλασσα, έτοιμη να σε βοηθήσει να αποβάλλεις τη ζέστη του κορμιού σου και της ψυχής σου, εν τούτης το πρόσωπο σου προσέκρουσε βίαια στο τσιμέντο. Γκρι, λερωμένο, στέρεο τσιμέντο.
Ο λεπτοδείκτης έκανε αρκετούς κύκλους χωρίς δυστυχώς να μπορείς να ξεκολλήσεις και έτσι οι λευκές σελίδες στο τραπέζι, παρέμειναν ένα μάτσο αμουντζούρωτα χαρτιά που θα ορκιζόσουν ότι κάποια στιγμή τα είδες να σε κοιτάνε και να χαμογελάνε πονηρά.
Σήμερα τα μυστικά μας θα παραμείνουν θαμμένα. Αυτό πίστευες ότι θα σου έλεγαν αν είχαν φωνή.
Από πάνω σου μέταλλο και γέφυρα. Πολύ μέταλλο σε μια παλιά σχεδόν ερειπωμένη γέφυρα και από κάτω σιωπή από εκείνες που δημιουργεί η εγκατάλειψη. Και μετά χωρίς καμία προειδοποίηση, αυτός ο τσιριχτός ήχος που δημιουργεί το τρένο, καθώς παλεύει με τις γραμμές στις οποίες βρίσκεται φυλακισμένο, στην προσπάθεια του να ξεφύγει. Να εκτροχιαστεί και να νιώσει έστω και για μια στιγμή ελεύθερο.
Αυτός ο ήχος λοιπόν καθώς το τρένο πάσχιζε να επιταχύνει σου ακουγόταν σαν κραυγή. Βοήθεια ή τουλάχιστον σώστε με.
Όταν κάθισες, ώρες πριν ακριβώς από κάτω, εκεί σε αυτό το ξύλινο παλιό τραπεζάκι και ήρθες σε επαφή με τον ήχο, σου ακούστηκε όμορφος και είχε τη δύναμη να σου δημιουργήσει ένα χαμόγελο. Τόσες ώρες όμως μετά άρχισε να γίνεται μαρτύριο και αυτή η τσιριχτή κραυγή μετατράπηκε σε ένα νοητό όρνιο που με τα νύχια του βάλθηκε να ξεσκίζει τη σάρκα σου, που σαν ανάχωμα στεκόταν εκεί ανάμεσα σε αυτό και την ψυχή σου.
Αυτό που δεν μπορούσες να κατανοήσεις ήταν ότι δεν ήταν η κραυγή δυνατή, αλλά δυστυχώς η ψυχή σου αδύναμη.
Επέστρεψες στα χαρτιά σου και από εκεί στον ήρωα σου που βρισκόταν μετέωρος πάνω σε μια άλλη γέφυρα, μίλια μακριά από εσένα. Πως να ένιωθε άραγε μετά από τόσο καιρό που τον είχες πρακτικά εγκαταλείψει εκεί ;
Πόσα τρένα είχε άραγε δει να περνάνε χωρίς να μπορεί να μπει σε κανένα, κυρίως όμως ξεκίνησες να σκέφτεσαι, πόσο έχει επηρεάσει την ψυχή του η τσιριχτή αυτή κραυγή που τα τρένα μπορούν και παράγουν.
Οι σκέψεις σου διακόπηκαν βίαια και αυτό λίγο σε εκνεύρισε, διότι ένιωθες σχεδόν έτοιμος να προσπαθήσεις να βουτήξεις ξανά. Ένιωθες ότι η κερκόπορτα είχε λίγο ανοίξει και αυτό το άνοιγμα ήταν ικανοποιητικό. Αρκούσε μια μικρή στιγμή όμως ώστε να κλείσει απότομα και να σε αφήσει ξανά αντιμέτωπο με το λερωμένο, γκρι τσιμέντο.
Η φωνή ήταν στα δεξιά σου και η προφορά περίεργη. Γύρισες ενστικτωδώς και η φιγούρα σε καθήλωσε. Ένας νέος, πάνω κάτω στην ηλικία του ήρωα σου, με ξυρισμένο κεφάλι και μόνο μερικές τιρκουάζ τούφες παρατημένες, σχεδόν ασύμμετρα, να ανεμίζουν στο ελαφρό αεράκι που το απόγευμα είχε φέρει μαζί του σε τούτη τη γωνιά της πόλης. Τρεις τελείες κάτω από το αριστερό του μάτι να σχηματίζουν μια γραμμή προς το μάγουλο και άλλες δύο ακριβώς κάτω από το κάτω χείλος δεξιά και αριστερά από ένα λεπτό, τιρκουάζ μουσάκι. Τα ρούχα μαύρα, φθαρμένα και βρώμικα να μαρτυρούν την πενία του κορμιού και σε αντιδιαστολή ένα βλέμμα τόσο έντονο, τόσο ζωντανό και δυνατό που σε μαγνήτισε και σε καθήλωσε για αρκετές στιγμές.
Φίλε, έχεις φωτιά ;
Αυτή ήταν η ερώτηση . Αυτή υπήρξε η αφορμή της διακοπής των σκέψεων σου , και πάνω που ετοιμάστηκες να απαντήσεις, η ζωή σε προσπέρασε και η αντίληψη σου ζορίστηκε.
Φίλε, έχεις φωτιά ; .. στην ψυχή σου ;
Τον κοίταξες με απορία και απλά χαμογέλασες. Αυτή ήταν η μοναδική αντίδραση σε τούτη την υπέρβαση, όμως ήταν αληθινή. Εκείνος το κατάλαβε και σου επέστρεψε το χαμόγελο. Χωρίς να σε ρωτήσει, έκατσε απέναντι σου και σταύρωσε τα χέρια του πάνω σε αυτό το μικρό ξύλινο τραπεζάκι, που τώρα λειτουργούσε ως διαχωριστικό.
Έχεις φωτιά μες την ψυχή σου; Η ερώτηση επαναλήφθηκε και τώρα ακούστηκε πιο σοβαρή, πιο προστακτική.
Εσύ απάντησες ένα παιδικό δεν ξέρω και μετά ξανά σιωπή. Εκείνος έριξε το βλέμμα του κάτω και έμεινε σιωπηλός προσπαθώντας να επιλέξει τις κατάλληλες λέξεις. Όταν ξεκίνησε η φωνή του αυτόματα σε ηλέκτρισε. Σου θύμισε την κραυγή στις ράγες και με κάποιο περίεργο τρόπο σε ανάγκασε να τον παρακολουθήσεις με όλο σου το είναι.
Τρεις τελείες αδελφέ. Μία για εσένα, μια για εμένα και μια για εμάς. 
Μια για το χθες, μια για το σήμερα και μια για το αύριο. Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος. Ποια είναι πιο σημαντική; Πως μπορείς να τις κατατάξεις με σειρά σπουδαιότητας ;
Έπειτα σηκώθηκε , ανέβηκε στο πατίνι του και με μια κίνηση χάθηκε από το οπτικό σου πεδίο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα ώστε να διερωτηθείς αν ήταν αληθινά ή τουλάχιστον ποια κομμάτια από όλη αυτή την εικόνα δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας σου.
Εσύ, εγώ και εμείς. 'Όχι δεν ταίριαζε. Υπάρχει το εγώ σίγουρα, σκέφτηκες προσπαθώντας να βάλεις μια τάξη, και υπάρχει και το εσύ για να μπορώ να ισχυροποιώ αυτό το εγώ. Αυτό το εμείς δυστυχώς  όμως δεν μπορούσες να το χωρέσεις κάπου και να το κατανοήσεις.
Δια μέσω των αιώνων, η καταγραφή της ιστορίας σου έδειχνε ότι αυτό το εμείς ήταν μια κατάσταση που δεν κατανοούσε και κανείς άλλος. Πόλεμοι, θάνατος , συγκρούσεις και εγωισμός. Αυτή η λογική και κατανοητή κατάσταση του εγώ. Και ήρθε αναπάντεχα ένας αλήτης, ένας άστεγος των δρόμων να σου πει ότι αυτό υπάρχει. Πόσο παράλογο.
Χθες, σήμερα και αύριο. Τρεις έννοιες ξεκίνησαν να εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια σου σαν ένας τροχός γεμάτος με διαφορετικά χρώματα. Όσο προσπαθούσες να εστιάσεις σε ένα από όλα, τόσο αυτός ο τροχός επιτάχυνε και το έκανε όλο και πιο δύσκολο, ώσπου στο τέλος δεν έμεινε τίποτα άλλο από ένα κύκλο με ένα και μόνο χρώμα που δεν χωρούσε καμία παρερμηνεία. Το λευκό πάντα έχει αυτή τη μαγική ιδιότητα να κάνει τα πράγματα να φαίνονται πιο αθώα και λίγο πιο λογικά.
Αντανακλαστικά το μυαλό σου ξεκίνησε να σκέφτεται όλες τις τριαδικότητες που η κοινωνία σε έμαθε να θεωρείς λογικές. Θεοί και δαίμονες, άνθρωποι και ανάγκες πλεγμένοι τόσο περίτεχνα σε μια όμορφη εικόνα χωρίς κενά και παρερμηνείες. Η αλήθεια είναι ότι η συνειδητοποίηση αυτή σε έκανε έστω και για λίγο να ζηλέψεις.
Τα δικά σου χαρτιά παρέμεναν λευκά και ο ήρωας σου μετέωρος χωρίς άμεσα να έχεις την δυνατότητα να τον απεγκλωβίσεις από αυτή την πραγματικότητα. Όμως όλες αυτές οι ιστορίες ήταν σωστά δεμένες βήμα βήμα και δεν υπήρχε κανένας λόγος αμφισβήτησης.
Σώμα, ψυχή και πνεύμα τα είπε κάποτε ο Πλάτωνας, κάνοντας τον δικό του διαχωρισμό και εσύ σκέφτηκες ότι ποτέ ουσιαστικά δεν τα διαχώρισε. Υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν ως διαφορετικές πλευρές του ίδιου όλου. Στην προκειμένη του ανθρώπου.
Τι είναι όμως ο άνθρωπος περισσότερο ; ή μήπως είναι και τα τρία μαζί κάθε στιγμή ;
Το τρένο σφύριξε για ακόμα μια φορά πάνω στις ράγες και εσύ μετατόπισες το βλέμμα σου ασυναίσθητα στο ταξί που είχε σταματήσει ακριβώς δίπλα σου στο φανάρι και δεν άργησες να εντοπίσεις τον οδηγό που σε κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια. Η μορφή του πρωτόγνωρη και ταυτόχρονα τόσο οικεία, που σε παραξένεψε. Μαύρος, σαν την λαχτάρα που λέει ο ποιητής, με ένα τεράστιο άσπρο γένι να καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπο του, και δυο μάτια τόσο κόκκινα που σε καθήλωσαν και για ένα δευτερόλεπτο σε ώθησαν να κρατήσεις την ανάσα σου. Εκείνος νιώθοντας τον φόβο σου, σου χαμογέλασε πλατιά γνωρίζοντας ότι ήταν αβάσιμος και ξεκινώντας σου φώναξε μερικές λέξεις που όμως έκαναν αυτόν τον φόβο μεγαλύτερο. Είσαι σε καλό δρόμο, συνέχισε..
Άφησες την ματιά σου ταυτόχρονα με την αναπνοή σου και ακολούθησες νοητά το όχημα μέχρι να χαθεί τελείως από το οπτικό σου πεδίο, προσπαθώντας να καταλάβεις για ποιο δρόμο μιλούσε.
Οι σκέψεις σου ηρέμησαν και ένιωσες να σε τραβάνε πίσω στην κατανόηση του εγώ.
Όχι αναφώνησες αυθόρμητα μετά από ώρα, δεν μπορεί, θα ήταν παράλογο. Το εμείς προϋποθέτει σκέφτηκες , σεβασμό και κατανόηση του διαφορετικού. Άρα δεν μπορεί να υπάρχει.
Σίγουρα μπορούμε να μιλήσουμε για τον άνθρωπο ως μονάδα, όχι όμως σαν κομμάτι συνόλου. Εκεί παύει να είναι άνθρωπος και αναγκαστικά πρέπει να ντυθεί άλλα ουσιαστικά και επίθετα ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει μια εικόνα συνόλου.
Επέστρεψες στην στοίβα με τα χαρτιά και ένα συναίσθημα θυμού ξεκίνησε να σε κατακλύζει.
Τι θέλω να γράψω ; τι μπορώ να γράψω τελικά όταν κανείς δεν ενδιαφέρεται για κάτι παραπέρα από την δική του επικράτηση και την δική του προσωπική ευημερία ;
Ο ήρωας σου μετά από καιρό εξελίχθηκε. Στάθηκε έξω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και έμεινε μετέωρος πριν πηδήξει από τα δέκα περίπου μέτρα προς τον βέβαιο θάνατο. Αυτό σου φάνηκε ως το πιο λογικό. Να πέσει να τελειώνει. Να γλυτώσει ήταν η ορθότερη προσέγγιση στο μυαλό σου.
Όμως τη στιγμή που προσπάθησες να το αποτυπώσεις με λέξεις σου φάνηκε τελικά τόσο λάθος. Τι και αν οι άνθρωποι ξεχάσαμε. Τι και αν πλέον υπάρχουν πολλές λέξεις χωρίς καμία συνάφεια με τις αξίες που περιγράφουν.Σε εξοργίζει και σε θλίβει όλη αυτή η πραγματικότητα. Όμως αυτός ο ήρωας πηδώντας από την γέφυρα δεν πρόκειται να αλλάξει αυτή την οργή και αυτό τον παραλογισμό .
Αντίθετα μέσα από αυτή την παθητική αντιμετώπιση απλά επιβεβαιώνει την δύναμη της κοινωνίας να προβάλει και να επιβάλλει τούτο τον τρόπο ζωής.
Χθες, σήμερα και αύριο. Τρεις διαφορετικές οπτικές της λέξης ζωή. Μια λέξη που γίνεται έννοια και πραγματικότητα. Εξαρτάται με πoιο τρόπο όμως. Το αύριο πάντα θα έχει την δυνατότητα να είναι θετικό και όμορφο όταν έχουμε την δύναμη, ζώντας στο σήμερα να μην ξεχνάμε το χθες. Τα λάθη μας, πολύτιμα μαθήματα στην πορεία προς την ευτυχία και το εμείς..
Η ψύχρα που έφερε μαζί της η νύχτα σε ανάγκασε να ανασκουμπωθείς. Το φως της λάμπας εδώ και ώρα έριχνε τις ακτίνες του στη στοίβα με τα χαρτιά σου και από εκεί στον ήρωα σου τον οποίο αποφάσισες να λυτρώσεις από τούτο το μαρτύριο της αναμονής. Αύριο κιόλας θα τον κατέβαζες από εκείνη την γέφυρα και θα του δημιουργούσες μια άλλη πραγματικότητα. Άλλωστε από την αρχή ήταν στο δικό σου χέρι και μόνο.
Εσύ, εγώ και εμείς. Τρεις τελείες, τρεις πραγματικότητες. Πάντα όμως τελικά μέσα στην ίδια ανάγκη για ολοκλήρωση και εξέλιξη...


Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Εγκλήματα



Και επιστρέφεις στον τόπο του εγκλήματος. Όλοι επιστρέφουν. Πρέπει να είναι κάποια διαστροφή την οποία ποτέ δεν κατανόησες επαρκώς. Εσένα από την άλλη σε ώθησε καιρό μετά η ανάγκη να περπατήσεις μέχρι εδώ και με μισή καρδιά να κατέβεις τα δώδεκα σκαλοπάτια που οριοθετούν την νοητή αυλή αυτού του υπόγειου διαμερίσματος. Κατά μια διαβολική σύμπτωση το πρώτο κλειδί που δοκίμασες ήταν και το σωστό. Λες και η όλη κατάσταση σε περίμενε με ανυπομονησία να την εξελίξεις μέσα από την πράξη σου και να την πας παρακάτω.
Μπήκες χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήσουν έτσι και αλλιώς αποφασισμένος, όμως το θέαμα σε πάγωσε. Τι και αν είχες προετοιμαστεί για όλο αυτό; Η εικόνα που αντίκρισες σε έκανε να σταματήσεις και έτσι το βήμα σου έμεινε μετέωρο.
Αν εξαιρέσεις την σκόνη που είχε δημιουργηθεί από το χρόνο, τα πάντα παρέμεναν σε μια εικόνα τρομακτικά ίδια με εκείνη που είχες στο μυαλό σου. Όμως είχε περάσει καιρός. Δεν μπορούσες με σιγουριά να πεις πόσος, όμως ήσουν σίγουρος ότι ήταν παραπάνω από αρκετός. Οι ρυτίδες του προσώπου σου υπήρχαν ως αδιάψευστος μάρτυρας της παρουσίας του χρόνου μέσα στην ανάμνηση σου.
Χαμογέλασες κάτω από το βάρος αυτής της σκέψης και άφησες την ματιά σου να πλανηθεί. Σε γενικές γραμμές αυτό ήταν χαρακτηριστικό της ψυχής σου. Όμως σήμερα οι καταστάσεις σου επέτρεψαν να αφήσεις τα μάτια σου να δουν όλα όσα η καρδιά σου είχε ανάγκη να νιώσει ότι υπάρχουν. Έστω και αν το γνώριζε ότι ήταν αυταπάτη. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να παραβλέψει την πραγματικότητα, έτσι σπασμένη και χωρίς δυνατότητα επιδιόρθωσης.
Ένα καφέ πουλόβερ, ακουμπισμένο στην καρέκλα, δώρο σε κάποια γενέθλια και ο λεκές στο λευκό τραπεζομάντιλο απαράλλακτος να σου κλείνει το μάτι συνωμοτικά σαν να σου λέει, θυμάσαι;
Και εσύ θυμόσουν. Πώς θα μπορούσες να ξεχάσεις έτσι και αλλιώς;
Προχώρησες λίγο πιο μέσα και η φωτογραφία στην παλιά καφέ κορνίζα σε καθήλωσε. Μετέωρα, πολλοί χειμώνες πριν και μπροστά από την ομορφιά του τοπίου η ομορφιά η δική της. Να ανταγωνίζεται η μια την άλλη χωρίς όρια. Όταν όμως κοίταξες πιο προσεκτικά, παραξενεύτηκες. Έψαξες γύρω γύρω στην κορνίζα για ρωγμές ή κενά που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως διέξοδοι διαφυγής. Η ομορφιά του βράχου και του κενού ήταν εκεί. Ίδια και εντυπωσιακά φρέσκια παρά τους τόσους χειμώνες που κουβαλούσε πια. Όμως η δική της είχε χαθεί. Έστεκε πλέον μόνη της στη μέση της φωτογραφίας χωρίς καμία λάμψη και δυστυχώς χωρίς καμία δυνατότητα αντιπαράθεσης ή ανταγωνισμού.
Άφησες λίγο το μυαλό σου να ξαναπαίξει την σκηνή και λίγο γέλασες. Αυτό το πικρό γέλιο που συνοδεύει δυστυχώς σχεδόν πάντα τις αναμνήσεις, όταν μέσα σε αυτές βλέπουμε τον παιδικό μας συνήθως, αθώο εαυτό και τα παιδαριώδη λάθη μας. Κυρίως κρίσης και αντοχής.
Λάθος αντοχής θα το χαρακτήριζες το συγκεκριμένο. Εσύ χαρούμενος μέσα στην ομορφιά του τοπίου, μεθυσμένος και γεμάτος ενθουσιασμό από τον έρωτα που κουβαλούσες για την ζωή και εκείνη παρά το νεαρό της ηλικίας της, ήδη παραδομένη στη μιζέρια και το τίποτα που συνήθως συνοδεύει τους άτυχους ή τους πολυκαιρισμένους.
Πήγες πιο κοντά και την κοίταξες στα μάτια. Σ αγαπώ της είχες πει και εκείνη τελείωνε...
Κάποια στιγμή λοιπόν το έκανες. Τελείωσες και την άφησες πίσω. Προχώρησες για καιρό και να που σήμερα, όπως όλοι οι δολοφόνοι, επέστρεψες στον τόπο του εγκλήματος. Πλησίασες την φωτογραφία και ασυναίσθητα ακούμπησες πάνω της το αριστερό σου χέρι. Πήρες μια βαθιά ανάσα και η ευχή βγήκε αυθόρμητη και σε ώθησε να νιώσεις. Να είσαι καλά , είπες ψιθυριστά. Είχε περάσει αρκετός καιρός και είχες μέσα από την λυτρωτική διαδικασία της συγχώρεσης, κρατήσει μόνο τα θετικά κομμάτια της ιστορίας.
Η αλήθεια είναι ότι σου πήρε καιρό και κόπιασες αρκετά. Στα δύο άδεια διπλανά κάδρα για λίγο, κοίταξες τον θυμό σου και τον εγωισμό σου που πληγώθηκε και σε εξώθησε να τα αφήσεις κενά, χωρίς εικόνες και χωρίς καμία δυνατότητα να μαρτυρήσουν το παρελθόν. Η μόνη φωτογραφία που γλίτωσε και διεσώθη ήταν εκείνη στην οποία ζούσε ο ανταγωνισμός. Την άφησες για να μπορείς να ανασύρεις τις λάθος συμπεριφορές που ήξερες εξ αρχής ότι ο χρόνος θα σε ανάγκαζε να θάψεις βαθιά μέσα σου.
Προχώρησες και μπήκες στο μικρό μπάνιο στο τέλος του διαδρόμου. Χωρίς να μπορείς να το αποφύγεις σε κοίταξες και σάστισες. Όλη αυτή η αναπόληση σε είχε ωθήσει τόση ώρα να ξεθάψεις τον επαναστάτη μικρό θεό που έκρυβες μέσα σου. Η εικόνα και η καρδιά σου σε έκαναν να νιώσεις έτσι. Σάστισες λοιπόν διότι απροειδοποίητα το είδωλο στον καθρέφτη φάνηκε τόσο ξένο. Τόσο χρησιμοποιημένο και παλιό. Και έτσι το σάστισμα μετατράπηκε σε στεναχώρια, έστω πρόσκαιρη.
Αν σε είχαν πιάσει τότε σκέφτηκες, ίσως οι καταστάσεις να ήταν διαφορετικές. Όμως κανένας δεν νοιάστηκε, όσο καιρό και αν φώναζες και όσο και αν ζητούσες βοήθεια. Είναι πάντα μεγάλο το ρίσκο και σχεδόν κανείς δεν θέλει να το διαχειριστεί.
Έτσι η φθορά του χρόνου το σκότωσε και εσύ υποσχέθηκες να μην κλάψεις αλλά να εκδικηθείς. Είχες ανάγκη να ισοφαρίσεις με κάποιο τρόπο την αδιαφορία που η κοινωνία σου πέταξε στα μούτρα χωρίς να δείξει έλεος ή κατανόηση. Αν σε είχαν πιάσει...
Δεν θα είχες κάνει τόσα εγκλήματα, δεν θα είχες την δυνατότητα. Όμως δεν σε έπιασαν και εσύ τα έκανες. Ξέσκισες χωρίς έλεος και εσύ, και δυστυχώς χωρίς κανένα ενδοιασμό, τόσες καρδιές που στο αποτέλεσμα έχασες το λογαριασμό. Η αυταπάτη της ανωτερότητας που πάντα λαθραία μεταφέρει η ματαιοδοξία σε ώθησε να εκδικηθείς με έναν τρόπο τόσο μακρυά από αυτά που θεωρητικά πρέσβευες και θεωρούσες σωστά.
Χίλιες καρδιές για την δική μου είχες πει ένα βράδυ μεθυσμένος, παρατηρώντας άλλο ένα άψυχο κουφάρι να απομακρύνεται παραδομένο στην προδοσία που του επιφύλασσες. Έγινες αγρίμι χωρίς οίκτο και κάθε πρωί επέστρεφες σε μια άλλη πραγματικότητα φορώντας τη μάσκα που η κοινωνία σου είπε ότι σε κάνει πιο πετυχημένο και θελκτικό.
Μια μάσκα που φόρεσες αρκετά ώστε στο τέλος να καταλήξει να γίνει συνήθεια και πραγματικότητα. Κάθε έγκλημα έχει συνέπειες και οι δικές σου ξεκίνησαν το πρωί που η μάσκα ενσωματώθηκε πλέον και έγινε κομμάτι σου. Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη και εκτός από τα μάτια σου δεν αναγνώρισες τίποτα άλλο από εκείνο το παιδί που σχεδόν έναν αιώνα πριν φώναζε σ αγαπώ, καβάλα σε ένα μεταλλικό διακοσμητικό λιοντάρι, κάπου στην μέση της Ελλάδας. Φοβήθηκες και αυθόρμητα ξεκίνησες να φωνάζεις. Όμως για κάποιο λόγο το στόμα σου καθρεφτιζόταν στο τζάμι απέναντι σου ατάραχο και γαλήνιο. Τότε ξεκίνησες να βιώνεις τις συνέπειες. Τότε ξεκίνησες να κατανοείς ότι υπάρχουν.
Ποια ανάγκη σε ώθησε σήμερα να μετρήσεις δώδεκα σκαλοπάτια και να περάσεις την πόρτα ενός υπόγειου κλειστού και παρατημένου από καιρό;
Δύο ορόφους παραπάνω είχες ότι χρειαζόσουν. Θέα στο πάρκο, μεγάλο σπίτι, μια μεγάλη τροπαιοθήκη με 998 καρδιές και δύο να περιφέρονται ζωντανές τριγύρω σου, αποδεικνύοντας την μεγαλοψυχία σου. Έτσι είχες βαφτίσει την ανάγκη σου να γλυκάνεις με κάποιο τρόπο την μοναξιά σου. Τόσο μπροστά από την μάσκα σου όσο και πίσω από αυτήν. Το πρώτο ήταν σχετικά εύκολο. Χρειάστηκαν μερικές διαβεβαιώσεις και αρκετή υπομονή. Έτσι και αλλιώς ο σκοπός ήταν τέτοιος που είχες πια όση χρειαζόσουν. Πίσω από την μάσκα όμως;
Είχες συνθηκολογήσει αλλά δεν είχες παραδοθεί. Είχες διαπράξει ένα τεράστιο έγκλημα όταν μόνος σου έμπηξες το μαχαίρι της αδιαλλαξίας στην καρδιά σου και έτσι έμεινες μόνος. Παραδομένος στην ήττα ενός αγώνα στον οποίο κάποτε μπήκες χωρίς σκέψη.
Αυτή ήταν και η ανάγκη σήμερα να περπατήσεις δώδεκα χρόνια, ένα προς ένα και να πας πίσω, εκεί που ζούσε το παιδί που κουβαλάς ακόμα στο βλέμμα όταν κάποιο τραγούδι ή μια εικόνα φέρνουν στο μυαλό σου εκείνη.
Επέστρεψες λοιπόν στην αρχή. Εκεί που όλοι μας διαπράττουμε τα μεγαλύτερα αδικήματα και το συναίσθημα που σε κατέκλυσε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά αγνή, ατόφια λύπη. Αυτό το συναίσθημα ήταν αρκετό να σε ρουφήξει πίσω και πίσω ώσπου να ανοίξεις τα μάτια σου σε ένα βράδυ Δεκέμβρη λίγους χειμώνες πριν.
Εκείνη παραδομένη στη φθορά, είχε αφήσει την ψυχή της να ταξιδέψει και το σώμα της βρισκόταν κουλουριασμένο και ξέπνοο μερικά μέτρα δίπλα σου. Ζούσες στον απόηχο των σκέψεων σου και έτσι κοιτώντας την χωρίς να το πολύσκεφτείς άρχισες να μουτζουρώνεις ένα χαρτί, γεμίζοντας το με λέξεις που δεν θα διάβαζε ποτέ.
Λέξεις και έννοιες που βιάστηκες να τσαλακώσεις και να πετάξεις φοβισμένος σε μια άκρη του μυαλού σου και τι ειρωνία να ανακαλύψεις καιρό μετά ότι ίσως υπήρξαν οι πιο ώριμες και αντρίκειες λέξεις που εξέφρασες ποτέ. Αποδοχή ενός εγκλήματος με κάθε τιμιότητα και με κάθε μεγαλοπρέπεια. Όπως ταιριάζει άλλωστε στα εγκλήματα κατά της καρδιάς.

χαράματα και ξύπνησα με ένα στεναγμό σου
εκεί στο μισοσκόταδο ένιωσα τον θυμό σου
δίπλα σου ανακάθισα, σε κοίταξα στα μάτια 
και αυτό το δάκρυ που `σταξε με έκανε κομμάτια

Πως να κρατήσω μια ψυχή που θέλει να πετάξει
που άλλα ονειρεύεται, που θέλει να γελάσει
που μεσ` το δάκρυ πνίγεται κάθε που αποκοιμιέται 
αφού καιρό σταμάτησε να νιώθει ότι αγαπιέται

Χαράματα και χάθηκα πάλι στο πρόσωπο σου
σε κοίταξα και ένιωσα βαθιά πια το θυμό σου
για τη ζωή που ζήσαμε, για όσα σου χουν λείψει
και τότε απλά κατάλαβα πως πια με έχεις αφήσει

Μέσα στα μάτια μου η αγάπη θα `χει πάντα την μορφή σου
μέσ` την ψυχή μου θα κρατήσω το φιλί σου
Μα εκεί χαράματα με αυτό το στεναγμό σου
έμαθα πια πως δεν μπορώ να είμαι στο πλευρό σου 

Μεσ` την ψυχή μου η ματιά σου θα ζεσταίνει
ο,τι πια έξω μου κρυώνει και πονά
και μια ευχή με συντροφεύει αργά τα βράδια 
να είσαι πάντα ευτυχισμένη και καλά.



Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Το βαλς των χαμένων ονείρων


Καθισμένος σε μια βιτρίνα, περιμένεις καινούργια βλέμματα να σου δώσουν υπόσταση. Να σε αναγνωρίσουν και να σου κρεμάσουν πάλι την ταμπέλα που γράφει ενδιαφέρον...
Αυτή είναι η ανάγκη και ταυτόχρονα η επιθυμία σου. Να καταφέρεις ξανά κάπου να καθρεφτιστείς. Να αφήσεις εκ νέου μια αγκαλιά και μια σταγόνα έρωτα να σε παρασύρουν και να σε μεθύσουν. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε. Πάει καιρός που ήπιες τελευταία φορά και ο οργανισμός σου σταδιακά απέβαλε τις αντοχές και τα όρια που είχες δημιουργήσει. Και έτσι στέκεσαι ξανά πίσω από μια βιτρίνα και η ταμπέλα κρεμασμένη στην πόρτα να γράφει με μεγάλα γράμματα την διαθεσιμότητα σου, προκαλώντας τα βλέμματα των περαστικών. Με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα, ένα μεγάλο - ΑΝΟΙΧΤΟ.
Όχι πως πριν είχες κλείσει. Απλά είχες δεσμεύσει τις αντοχές σου, την ματιά σου και αν είσαι τυχερός και η εμπειρία έχει αγγίξει την ψυχή σου, είχες δεσμεύσει και το φιλί σου. Κάποτε μια πόρνη σε ένα από αυτά τα κακόφημα στέκια που σύχναζες σου είπε όταν την ρώτησες γιατί δεν φιλά ποτέ κανέναν, ότι στο φιλί της αφήνει πάντα κάτι από την ψυχή της και αυτό δεν έχει αντίτιμο για να το αποκτήσεις. Πρέπει να το αξίζεις.
Σου είχε κάνει εντύπωση γιατί ήσουν και μικρός. Όχι πως τώρα μεγάλωσες. Λίγη εμπειρία παραπάνω κουβαλάς που σε βοηθά να βλέπεις λίγο πιο καθαρά την πραγματικότητα.Όμως  να, μέρες σαν την σημερινή σκέφτεσαι τα λόγια εκείνης της γυναίκας και απλά χαμογελάς. Πλέον το νιώθεις. Ξέρεις τι εννοεί και συμφωνείς. Το κορμί μου υποκύπτει και όχι η ψυχή μου, λες αυθόρμητα στην κοπέλα που κάθεται δεξιά σου. Σε κοιτά με ένα βλέμμα γεμάτο απορία γιατί μιλάτε διαφορετικές γλώσσες και δεν καταλαβαίνει τι λες. Σου χαμογελά όμως. Η μοναξιά μέσα στα μάτια σου της είναι οικεία. Όμως δεν σε καταλαβαίνει.
Αυτή η φράση παραμένει για μερικά δευτερόλεπτα και αντηχεί σε κάθε γωνιά του μυαλού σου. Το κορμί μου υποκύπτει. Οκ , ποιος όμως το ορίζει, σκέφτεσαι. Εγώ απαντάς αυθόρμητα και αυτή σου η απάντηση σχεδόν ταυτόχρονα πυροδοτεί μια μεγαλύτερη και δυσκολότερη ερώτηση. Ποιος είμαι εγώ όμως, αναρωτιέσαι. Μάλλον σε δυσκολεύεις γιατί η γκριμάτσα στο πρόσωπο σου προδίδει μεγάλη απορία. Είναι και αστεία, αλλιώς δεν εξηγείται το χαμόγελο που αυθόρμητα εισπράτεις από το ζευγάρι που καθισμένο σχεδόν απέναντι σου σε παρατηρεί με ενδιαφέρον.
Ποιος είμαι εγώ λοιπόν, να μια ωραία ερώτηση μακρυά από έρωτες, απογοητεύσεις και επιθυμίες παροδικές που το κορμί επιβάλλει ζώντας στους δικούς του ρυθμούς.Ποιος είμαι λοιπόν ;
Άντε απάντα, σκέφτεσαι πάλι αυθόρμητα και νιώθοντας το μυαλό σου να βαραίνει βρίσκεις διέξοδο μέσα από το βλέμμα σου, το οποίο ξεκινά να τρέχει δεξιά και αριστερά σαν μικρό παιδί. Έχει την ίδια ανάγκη για εκτόνωση και ευτυχώς τις ίδιες αντοχές. Μερικές λοιπόν στιγμές μετά καταλήγει στον τοίχο στα αριστερά σου και βουτά, στατικά πλέον μέσα σε ένα κάδρο με ένα μικρό πλεούμενο και μπόλικη θάλασσα. Σου έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό ο στίχος του ποιητή. Θεέ μου πόσο μπλε ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε ;
Ποιος είμαι λοιπόν, ξαναρωτάς. Είμαι και εγώ ένα μικρό πλεούμενο λες επηρεασμένος από την εικόνα και ακούγεσαι σίγουρος για αυτή σου την πεποίθηση. Ναι είμαι ένα πλεούμενο. Το σκαρί μου είναι το κορμί μου. Είναι αυτό που βλέπετε. Όμως δεν είμαι αυτό. Μάλλον δεν είμαι μόνο αυτό. Είμαι και όλα αυτά που κουβαλάω. Όλα αυτά τα εμπορεύματα, οι μηχανές, τα αμπάρια και οι σκουριές μου.Αυτά δεν μπορείτε να τα δείτε. Εκεί χρειάζεται άδεια εισόδου διότι εκεί μαζί με όλα αυτά, κάπου σε μια γωνιά, κουβαλώ και την ψυχή μου.
Και οι έρωτες; Τι είναι αν εγώ είμαι πλεούμενο;
Φουρτούνες και ναυάγια απαντάς φωναχτά. Χωρίς πικρία και χωρίς στεναχώρια. Φουρτούνες και ναυάγια που όταν περάσουν (γιατί φίλε μου πάντα περνάνε) σε αφήνουν πιο δυνατό και με μια καινούργια γνώση του σκαριού σου. Των αντοχών του, των δυνατοτήτων του.
Σου αρέσει αυτή η εξήγηση. Μάλλον θα την υιοθετήσεις. Μέσα από αυτή νιώθεις προς στιγμήν λίγο πιο ήρεμος και η ψυχή σου σε ωθεί να επιστρέψεις το βλέμμα σου στον πίνακα και να χαθείς ξανά μέσα στην εικόνα της θάλασσας που ξαφνικά έχει αποκτήσει και ήχο και μυρωδιές.Στο μυαλό σου επανέρχεται μια φράση που άκουγες παλιά στο ραδιόφωνο. Μέσα στη θάλασσα του νου περιπλανιέμαι, χαμογελώντας απλόχερα στην ομορφιά που η ζωή χαρίζει στις εικόνες μου.
Το κουβαλάς καιρό και είναι εύκολο ανά πάσα στιγμή να το ανακαλέσεις στη μνήμη σου. Όμως τώρα αρχίζεις να κατανοείς τι σημαίνει.
Είμαι τελικά ένα πλεούμενο, λες στην κοπέλα που κάθεται δίπλα σου και αυτή απλά σου χαμογελά. Έχει καταλάβει τελικά ότι είσαι παλαβός και σε πάει με το μαλακό.
Ένα πλεούμενο στην απεραντοσύνη της ζωής, συνεχίζεις φωναχτά και αυτό είναι το έναυσμα ώστε το κάθισμα στα δεξιά σου να αδειάσει. Ένα πλεούμενο λοιπόν, το οποίο όμως πάει που ;
Άλλο ένα όμορφο και συνάμα δύσκολο ερώτημα. Καρφώνεις το βλέμμα σου ξανά στον πίνακα και το μικρο πλεούμενο έτσι όπως είναι αποτυπωμένο έχει μια κλίση προς τα αριστερά. Το παρατηρείς όμως δεν σε βοηθά κάπου .Θα μπορούσε να είναι το αντίστροφο. Σημασία τελικά μάλλον έχει το πως πηγαίνεις και όχι το που. Δυστυχώς μέσα στην καθημερινότητα που η ζωή επιβάλλει, μαθαίνουμε πάντα κάπου να πηγαίνουμε. Πάντα να έχουμε ένα σκοπό, και έτσι χωρίς να μπορούμε να το δούμε ο σκοπός αυτός γίνεται σημαία σε ένα πλεούμενο που χωρά μονάχα τις δικές μας ανάγκες και έτσι τα βράδια που ξαπλώνουμε αφήνουμε χώρο μόνο για την μοναξιά μας. Δυστυχώς δεν έχουμε χρόνο για κάτι άλλο. Ο στόχος μας κάνει να το πιστεύουμε και έτσι όταν κάποιες φορές ένα άλλο πλεούμενο έρχεται κοντά και προσπαθεί να επικοινωνήσει είμαστε ανίκανοι να ακούσουμε κάτι πέρα από ένα τελικό αντίο.
Το βλέμμα σου παραδομένο στην εικόνα μύριζε την αλμύρα που η θάλασσα απλόχερα ξόδευε παντού. Όμως κάτι σου έλειπε και ήταν μερικές σκέψεις αργότερα που το εντόπισες. Χρειαζόσουν μουσική. Έναν τρόπο να ντύσεις και να συντονίσεις τα πάντα σε ένα ρυθμό που ίσως να σε έκανε λίγο να ηρεμήσεις μέσα από το αίσθημα της ολοκλήρωσης που θα προσέφερε.
'Εψαξες διεξοδικά σε κάθε γωνιά του μυαλού σου, και ήσουν έτοιμος να τα παρατήσεις όταν ένας θόρυβος ξεκίνησε να μαγνητίζει τις σκέψεις σου. Έγινε εντονότερος και καθαρότερος και όταν πήρες μια βαθιά ανάσα, αποδεχόμενος πλέον την αδυναμία σου να εντοπίσεις την πηγή προέλευσης του, χαμογέλασες, ξεφύσηξες και έμεινες να ακούς, παραδομένος και χωρίς πλέον να νοιάζεσαι για την ταμπέλα στην πόρτα.
Το βαλς των χαμένων ονείρων. Αυτή θα είναι η μουσική μας υπόκρουση. Ένα βαλς και μάλιστα όχι όποιο να `ναι αλλά αυτό που μιλάει για χαμένα όνειρα.
Πόσο δύσκολο είναι πάντα να ακούς για αυτά τα χαμένα όνειρα. Ακόμα πιο δύσκολο είναι όμως να μιλάς για αυτά. Ξέρεις γιατί;
Διότι έτσι παραδέχεσαι ότι είναι χαμένα. Έτσι απλά.
Και γυρίζεις μέσα σου να δεις πότε ακριβώς έφυγε η ελπίδα της εκπλήρωσης και πέρασαν στην αντιπέρα όχθη. Μέσα σου, εκεί βαθιά λοιπόν στην ψυχή σου, η ελπίδα σε κοιτά και σου χαμογελά. Και εσύ τρελαίνεσαι. Σαν να βρίσκεσαι στην θάλασσα και φωνάζεις από την γέφυρα του πλοίου ότι είδες κάποιον να περιμένει εκεί στη μέση του πουθενά για σωτηρία. Άνθρωπος φωνάζεις, άνθρωπος.
Μα απάντηση δεν παίρνεις καμιά. Διατρέχεις όλο το πλοίο φωνάζοντας και ζητώντας βοήθεια.Στο τέλος ξέπνοος καταλήγεις και πάλι στη γέφυρα και συνειδητοποιείς οτι στο πλοίο είσαι μόνο σου. Εκτός από εσένα δεν ακούγεται να χτυπά καμία άλλη καρδιά. Και ένα βαλς να ακούγεται από τα μεγάφωνα. Όχι ένα οποιοδήποτε βαλς αλλά αυτό των χαμένων ονείρων.
Όχι φωνάζεις, όχι περιμένετε. Δεν είναι χαμένα. Είδα την ελπίδα, είναι ζωντανή. Δεν γίνεται να είναι χαμένα.
Το πλοίο έχει προχωρήσει,το κορμί ανάσκελα στη θάλασσα όλο και πλησιάζει προς το πλοίο, προς την γέφυρα, ώσπου αγκαλιάζονται. 
Παύση ..., κενό και οι φωνές σου ακολουθώντας, παύουν αναπάντεχα.
Σαστίζεις, δεν ξέρεις πως να αντιδράσεις και γιαυτό δεν κάνεις τίποτα. Στέκεις βουβός στη γέφυρα ακούγοντας ένα βαλς. Όχι οποιοδήποτε βαλς αλλά αυτό, των χαμένων ονείρων. Παρατηρώντας το σώμα σου να επιπλέει ξέπνοο και νεκρό.


Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Εγκυμονώντας


Τους ανθρώπους που είναι μόνοι να τους φοβάσαι. Να τους ακούς με προσοχή και να σέβεσαι την σιωπή τους. Έτσι σου είχε πει ένα βράδυ, πολλά καλοκαίρια πριν. Λίγο πριν χαθεί για πάντα από την ζωή σου. Τότε δεν είχες πολυκαταλάβει την σημασία αυτών των προτροπών. Σου φαίνονταν κάπως περίεργες και λίγο σε προβλημάτισε αυτή η διαφορετικότητα. Γιατί οι άνθρωποι χωρίζονται σε κατηγορίες; Είχες αναρωτηθεί φωναχτά και δεν ήσουν πάνω από δεκαπέντε. Δεν είχες απαντήσεις και μαζί σου δεν είχαν και οι άλλοι. Όμως η ερώτηση έμεινε και εξακολούθησε να αντηχεί για πολλά χρόνια στο μυαλό και την λογική σου που συνέχισε να προσπαθεί.
Κάθε σκέψη, κάθε χαρά και κάθε πίκρα σε οδηγούσε ακόμα βήμα πιο κοντά στην απάντηση. Η εμπειρία, έμαθες ότι αποτελεί το κλειδί που τόσο καιρό χρειαζόσουν για να ξεκλειδώσεις αυτή την τόσο βαριά πόρτα και να περάσεις σε ένα καινούργιο επίπεδο κατανόησης και αντοχών. Όμως τους ανθρώπους που είναι μόνοι γιατί πρέπει να τους φοβάσαι; Ήταν ίσως η δυσκολότερη προτροπή και αυτή που σε σχέση με τις υπόλοιπες δύο είχε για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο την δύναμη να σε ελκύει πιο έντονα. Μέσα από το κοινωνικό σου περιβάλλον έμαθες ότι οι άνθρωποι φοβούνται το διαφορετικό. Όμως μόνο εκείνο που έχει την δυνατότητα να τους βλάψει. Ακριβώς για αυτό το λόγο δεν μπορούσες να δεις την απάντηση. Ήταν συνεχώς μπροστά σου όλη την ώρα και εσύ ανίδεος, έστεκες και άφηνες το βλέμμα σου να περνά από μέσα της.
Για πολύ καιρό βρέθηκες  στη θέση του παρατηρητή. Θεωρητικά πάντα πίστευες ότι αυτό γίνεται συνειδητά. Προσπάθησες να εντοπίσεις αυτήν την κατηγορία ανθρώπων και να την μελετήσεις. Είχες αγοράσει και ένα φάκελο, σκούρο καφέ και είχες γράψει στο εξώφυλλο με μεγάλα μαύρα γράμματα Άνθρωποι Μονάχοι . Κεφάλαιο πρώτο, δεύτερο. Στο τρίτο κόλλησες. Ένιωθες όσο και αν προσπαθούσες, ότι δεν είχες τίποτα περαιτέρω να καταγράψεις. Όμως και πάλι τα στοιχεία που είχες μαζέψει ήταν ελάχιστα.
Ήταν απόγευμα Κυριακής και εσύ από ώρα καθόσουν στην άκρη της μπάρας που στήριζε το κορμί και τις ανάγκες σου που για ακόμα μια φορά χωρίς να σε ρωτήσουν είχαν βρει εκεί διέξοδο. Έτσι το ένιωθες και από αυτή την οπτική σε ενοχλούσε λιγότερο η φθορά που άφηνες να εξελίσσεται μαζί σου. Κοίταξες γύρω σου με αυτό το τόσο δουλεμένο βλέμμα, όμως δεν μπόρεσες να στοχεύσεις κάπου. Λίγο απογοητεύτηκες διότι σήμερα είχες ανάγκη να βρεις κάτι με το οποίο να κρατήσεις το μυαλό σου απασχολημένο. Από την χθεσινή νύχτα, μαζί με εκείνο το τελευταίο τραγούδι πριν κοιμηθείς, είχε για κάποιο λόγο επιστρέψει στο μυαλό σου εκείνη. Η μια και πιο σημαντική ανάμνηση της αγάπης που ίσως ένιωσες κάποτε, μέσα από τα πιο μελαγχολικά μάτια του κόσμου. Μαζί σου κοιμήθηκε, μαζί ξυπνήσατε και αυτό σε μπούκωσε. Η πραγματικότητα είναι ένα παιχνίδι για ανθρώπους με γερά στομάχια και αντοχές. Εσύ σίγουρα δεν ήσουν ένας από αυτούς και έτσι πάλι σήμερα εξακολούθησες να ψάχνεις για εκείνη την δικαιολογία που θα σε βοηθούσε να ξεχάσεις και να ξεχαστείς.
Άφησες το βλέμμα σου να κάνει ένα ακόμα γύρο και τότε χαμογέλασες. Η τύχη είχε επιστρέψει και η λύση καθόταν λίγες ανάσες μακρυά. Έμεινες για λίγο να χαίρεσαι και να απολαμβάνεις αυτή την νίκη σε μια μάχη βέβαια προσωπική και με μοναδικό μάρτυρα της ύπαρξης της τον ίδιο σου τον εαυτό. Δύο μεγάλες πολυθρόνες αντικριστές που χωρίζονταν από ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι και εκείνος καθισμένος εκεί, τόσο εναρμονισμένος με το περιβάλλον και την γενικότερη εικόνα πού ίσως γιαυτό να μην μπόρεσες να τον δεις αρχικά. Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και ένα βιβλίο στο χέρι που από μακρυά δεν είχες την δυνατότητα να διακρίνεις τον τίτλο. Έμεινες για λίγο μαγνητισμένος από αυτή την εικόνα, η οποία με κάποιο τρόπο σε ρούφηξε σχεδόν ολοκληρωτικά. Έτσι δεν παραξενεύτηκες, αν και θα έπρεπε, όταν σε μια και μόνο στιγμή εκείνος πήρε το βλέμμα του από το βιβλίο και αστραπιαία το κάρφωσε πάνω σου. Σου χαμογέλασε και με μια ήρεμη  κίνηση σου έδειξε την άδεια πολυθρόνα στα δεξιά του και σε κάλεσε κοντά του. Όταν ακούμπησες το ποτό σου στο τραπέζι δίπλα στο δικό του και κάθισες, μόνο τότε μπόρεσες να δεις το βιβλίο από κοντά και ήταν εύκολο να παρατηρήσεις ότι δεν είχε κανένα τίτλο. Ένα μαύρο εξώφυλλο με μια άσπρη γραμμή γύρω γύρω, να υπάρχει λες και έπρεπε με κάποιο τρόπο  να συγκρατηθεί τόση μαυρίλα. Από εκεί το βλέμμα σου λες και ήταν η φυσική ροή, οδηγήθηκε κατευθείαν στα μάτια του. Ήταν η πρώτη φορά που παρατηρούσες τέτοια μάτια από κοντά και θαμπώθηκες. Τόσο καθαρά, τόσο ήρεμα και γαλήνια. Θυμήθηκες την τρίτη προτροπή και έτσι παρέμεινες σιωπηλός. Δεν ήσουν σίγουρος ακριβώς πόσος χρόνος πέρασε ταν άκουσες την φωνή του. Εξίσου ήρεμη σαν το βλέμμα του και σταθερή. Μαρτυρούσε πίστη για τον άνθρωπο που την κουβαλούσε.
Πόσες ζωές αξίζει ένα φιλί; σε ρώτησε και σε αιφνιδίασε. Έμεινες σιωπηλός και στο μυαλό σου ήρθε η δεύτερη προτροπή. Πόσες άραγε; συνέχισε εκείνος, όταν πάνω σε αυτό αφήνεις ένα κομμάτι της ψυχής σου;
Του χαμογέλασες και κούνησες λίγο τους ώμους, δηλώνοντας έτσι την αδυναμία σου να απαντήσεις.
Εκείνος σου ανταπέδωσε το χαμόγελο και συνέχισε.
Πώς μυρίζει ο αναστεναγμός; κυρίως όταν προέρχεται από την ηδονή που μόνο μέσα από τα μάτια της μπορείς να νιώσεις ;
Πως να γεμίσεις μια άδεια καρέκλα, όταν η φωνή της έχει γεμίσει όλες τις γωνιές της ψυχής σου ;
Πολλά ερωτήματα και εσύ σαν μαριονέτα κουνούσες μόνο τους ώμους. Λυπηρό αλλά αληθινό.
Τόσο καιρό έψαχνες την λύση στο αίνιγμα και τώρα που ένιωθες ότι πλησίασες αρκετά προβληματίστηκες. Συνειδητοποίησες ότι δεν είχες προετοιμαστεί κατάλληλα για αυτό και τελικά παρέμεινες σιωπηλός.
Εγκυμονώ τον ερημίτη. Αυτή ήταν η φράση που ήρθε και σαν μια ατομική βόμβα μπόρεσε να διαλύσει τα πάντα, μέσα από το δικό της  μοναδικό και πανίσχυρο ωστικό κύμα που σχημάτισε και χωρίς να σε προειδοποιήσει εξωτερίκευσε με τόση δύναμη και παράλληλα με τόση απλότητα πού σε έκανε τελικά να νιώσεις φόβο και δέος.
Εγκυμονώ τον ερημίτη. Τρεις λέξεις τελικά χρειαζόσουν. Τρεις λέξεις και να που σήμερα χωρίς να μπορείς να συνειδητοποιήσεις ακόμα το πώς ήρθαν επιτέλους και σε βρήκαν.
Μπήκες σε ένα τεράστιο λαβύρινθο σκέψεων και ήσουν έτοιμος να χαθείς πλήρως μέσα του όταν άκουσες την φωνή του να σε καλεί ξανά στην αφετηρία.
Λίγο θεατρικά φυλλομέτρησε το βιβλίο που εξακολουθούσε να κρατά στα χέρια του και αφού σταμάτησε σε ένα σημείο σχεδόν στη μέση, ξεκίνησε χωρίς να σε ρωτήσει να διαβάζει.
Της ψυχής το παρακάτω, πάντα κρύβεται στον πάτο
Πριν τελείως παραδώσεις, είσαι ανάξιος να ενδώσεις .
Σταμάτησε απότομα και σε κάρφωσε στα μάτια. Ο καθένας εγκυμονεί μόνο αυτό που είναι άξιος και ικανός να μεγαλώσει. Μια μικρή βόλτα είναι τα πάντα μέσα στα ατομικά όρια που η κάθε ψυχή θέτει και την βοηθούν να μπορεί να ισορροπεί το παράλογο. Τα σκοτάδια με τις αγάπες και το φόβο με την αποδοχή.
Έβαλε το σελιδοδείκτη στο σημείο που διάβαζε και έκλεισε το βιβλίο με δύναμη ανάμεσα στα χέρια του. Τα γύρισε κάθετα και σου το πρότεινε. Θα το χρειαστείς σου είπε και σου έκλεισε το μάτι.
Τον είδες να απομακρύνεται και το βλέμμα σου παρέμεινε αμείωτα μαγνητισμένο μέχρι που έκλεισε η πόρτα και ένιωσες να αποδεσμεύεσαι. Ένας αυθόρμητος αναστεναγμός απελευθερώθηκε και μέσα από αυτόν ένιωσες τον φόβο να υποχωρεί και το κορμί σου να ξεμουδιάζει. Για λίγο όμως διότι μόλις άνοιξες το βιβλίο σε περίμεναν μόνο κενές, λευκές σελίδες να σε κοιτάζουν και να ψυχαγωγούνται με το αδιέξοδο που δημιουργούσαν στο μυαλό σου.
Το φυλλομέτρησες και οι μόνες λέξεις που βρήκες ήταν στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα. Αρχή - Τέλος. 
Τότε κατάλαβες. Το μυαλό σου πήγε πίσω στην ερώτηση που τόσο σε είχε παιδέψει και δυστυχώς λειτουργώντας σαν τοίχος δεν σε άφηνε να προχωρήσεις. Τους ανθρώπους που είναι μόνοι πρέπει να τους φοβάσαι, διότι κουβαλούν συνεχώς μέσα τους τη γνώση που σε μια και μόνο στιγμή είναι ικανή να διαλύσει τα πάντα. Μέσα από αυτό το νέο πρίσμα ένιωσες ότι  και οι υπόλοιπες προτροπές έπαιρναν ένα άλλο νόημα. Πλέον θα μπορούσες να βγάλεις από μπροστά την λέξη προτροπή και να βάλεις στην καλύτερη αν ήθελες να παραμείνεις φειδωλός τις λέξεις προειδοποιητικές οδηγίες.
Η φωνή του μεθυσμένου θαμώνα πίσω σου σε κέντρισε και σε επανέφερε σε μια άλλη πραγματικότητα, παράλληλη με εκείνη στην οποία βρισκόσουν. Τρικλίζοντας συνέχισε να μιλά και εσύ χωρίς να γυρίσεις να τον κοιτάξεις έμεινες καθισμένος με το βιβλίο στο χέρι να απολαμβάνεις το συναίσθημα της νίκης που τόσο είχες λαχταρήσει να νιώσεις τόσα χρόνια. Το χαμόγελο, το πιο αληθινό χαμόγελο που είχες δημιουργήσει ποτέ, αποτύπωνε τούτη την ευτυχία και τα τελευταία του λόγια απλά το έκαναν πλατύτερο.
Εγκυμονώ, μόνο αυτό που μπορώ να μεγαλώσω.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Αδιέξοδα



Είναι αδιέξοδο σκέφτηκες. Σαν ένας λαβύρινθος όπου όλες οι κατευθύνσεις καταλήγουν συνεχώς στο ίδιο σημείο. Τις έχεις ακολουθήσει σχεδόν όλες και πλέον είσαι σίγουρος για αυτό. Όμως κάτι μέσα σου σε προκαλεί. Απροσδιόριστα σε καλεί, τη στιγμή που σκέφτεσαι να τα παρατήσεις και σε γεμίζει με περιέργεια για εκείνο το δρόμο που τον νιώθεις σαν τον λιγότερο περπατημένο, άσχετα αν τον ξέρεις πλέον καλά. Ξαναγεμίζεις με ελπίδα, όμως για τι ακριβώς ελπίζεις ;
Η ερώτηση δύσκολη και η απάντηση χαμένη σε ένα κυκεώνα σκέψεων και εικόνων. Είναι αδιέξοδο.
Εκεί καταλήγεις. Ο αναστεναγμός που αυθόρμητα βγάζεις προδίδει την παιδικότητα των κινήτρων σου. Την κουβαλάς αρκετούς χειμώνες μέσα σου και έχει αρχίσει να σε βαραίνει και να σε κουράζει.
Παλαιότερα την καθησύχαζες μέσα από φτηνές δικαιολογίες και θυσίες, σφάζοντας στο βωμό της έρωτες και αξίες. Το αδιέξοδο θα είναι πάντα μια άλλη, συμπληρωματική λέξη για αυτό που δεν προσπαθήσαμε αρκετά. Για όσα η ψυχή μας δεν θέλησε πραγματικά ή δεν τόλμησε να αγγίξει.
Στο είχε πει εκείνη πολλούς Μάρτηδες πριν, κάπου εκεί κοντά στην εαρινή ισημερία, όμως ήσουν ανέτοιμος να το κατανοήσεις . Ακόμα είσαι και γιαυτό καταλήγεις εκεί ξανά. Όμως μέσα σε αυτό το περίεργο παιχνίδι που παίζεις με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις σου, έστω και για λίγο την απελευθέρωσες ξανά και την έφερες στην επιφάνεια. Αυτά τα μάτια, αυτή η φωνή και εκείνο το μοναδικό συναίσθημα που έκανε το κορμί σου να παραλύει. Το σκέφτηκες για λίγο και αυθόρμητα χαμογέλασες. Αυτό που αρχικά ξεκίνησε ως μια μικρή νοσταλγική στιγμή, μετατράπηκε σε αναπάντεχο πλεονέκτημα ικανό να σου δώσει τη νίκη σε τούτη  τη νοητικά δύσκολη παρτίδα σκάκι με τις αντοχές σου.
Είναι αδιέξοδο, πρέπει να είναι σκέφτηκες. Οι εικόνες του παρελθόντος αυτό μαρτυρούσαν και έτσι λίγο ηρέμησες. Αυτό το πρέπει  σε βοήθησε να δεχτείς αυτό το περίεργο συναίσθημα κενού που από μέρες γέμιζε την ψυχή και την οπτική σου. Σε ενόχλησε αρχικά και σε τρόμαξε στην συνέχεια αφήνοντας σε σε μια αβεβαιότητα και έναν συνεχόμενα αυξανόμενο φόβο ότι με κάποιο τρόπο δυστυχώς πάλι σε νίκησε η παθητικότητα και φώλιασε στην ζωή και τα όνειρα σου.
Αυτός ο τρόμος της παραδοχής σε ώθησε να βγάλεις από την τσέπη σου το πακέτο που είχες αγοράσει μισή ώρα ή μισό αιώνα πριν και να ρουφήξεις σπάταλα και παιδικά τον καπνό βαθιά μέσα σου προσπαθώντας να σε πνίξεις για να μην σε ακούς. Το δοκίμασες αρκετές φορές με αλκοόλ αλλά αντί να σε πνίξεις για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σε έκανε να φωνάζεις πιο δυνατά. Έτσι το παράτησες και ευτυχώς ο καπνός έχει διαφορετική επίδραση, διότι μετά θα κατέληγες σε αδιέξοδο. Εκεί δηλαδή που θεωρείς ότι βρίσκεσαι τώρα. Άρα τελικά μικρό το κακό !
Πώς να πιστέψω σε αυτό που βλέπω, όταν γνωρίζω ότι τα μάτια μου μπορούν να δουν μόνο σκιές;
Πώς να νιώσω τα λόγια που ακούω όταν η ψυχή μου τα αναγνωρίζει σαν θορύβους;
Είναι λοιπόν αδιέξοδο. Τριγυρνάς και περπατάς και πάλι περνάς από τα ίδια σημεία. Οι ίδιες γωνίες τα ίδια χρώματα και η ίδια γεύση στα χείλη την ώρα της επιστροφής. Είσαι σχεδόν σίγουρος πλέον ότι έτσι πρέπει να είναι. Δεν μπορείς να το δεις από κάποια άλλη οπτική όσο και αν έχεις προσπαθήσει. Σαν ένας κύκλος που σε οδηγεί  πάντα στο ίδιο σημείο, άμεσο αποτέλεσμα προσπαθειών να πας κάπου αλλού.
Είναι απόγευμα Μάρτη λίγο πριν την ισημερία και τα συναισθήματα σου ακολουθώντας τον καιρό αλλάζουν κάθε λίγο δημιουργώντας μια τεράστια αβεβαιότητα, ακριβώς την στιγμή που έχεις ανάγκη να καταλήξεις κάπου. Νιώθεις ότι το χρειάζεσαι ώστε να μπορείς να έχεις μια βάση πάνω στην οποία θα μπορείς να χτίσεις έναν καινούργιο εαυτό. Βαρέθηκες την φυγή. Σε κούρασε πια το κυνηγητό με την ματαιοδοξία. Τόσο την δική σου, όσο και των άλλων.
Ξεκίνησες λοιπόν να αλλάζεις και τελικά χάθηκες τόσο, ώστε παραδώθηκες σε ετούτη την παιδική γενίκευση. Είναι αδιέξοδο ..
Ο ήχος του βιολιού που σε διαπέρασε άφησε μια ανάμνηση να ελευθερωθεί, να ανέβει στην επιφάνεια και σαν δίσκος βινυλίου ανάμεσα στα πολλά κράτς κρουτς που η βελόνα δημιουργούσε πάνω του, να σου αποκαλύψει τις λέξεις και τα σημεία της καινούργιας σου μύησης που για καιρό κρατούσε αθέατα στις αυλακώσεις του. Άσχετα αν δεν θυμάσαι πώς έφτασες εκεί ή με ποιά κριτήρια έγινε η επιλογή.
"Δεν υπάρχει δεν μπορώ , υπάρχει δεν θέλω ". Το έπαιξες μερικές φορές και άρχισες να απορείς. Όσο το άκουγες όλο και δυνάμωνε και όσο δυνάμωνε τόσο μικρότερη γινόταν η δικαιολογία σου.
Είναι αδιέξοδο. Όμως γιατί ; Τι σε κρατά άραγε δέσμιο αυτής της οπτικής ;
Άφησες τη ματιά σου να διασταυρωθεί με την ματιά του παιδιού που αμέριμνο έστεκε ξαπλωμένο στο καρότσι απέναντι σου. Στα μάτια του διάβασες την απάντηση και αλήθεια λίγο σε ενόχλησε η αγάπη με την οποία την περιέβαλε και στην έδωσε.
Επειδή είναι βολικό, σου είπε και κούνησε το παιχνίδι που στα χέρια του μεταμορφώθηκε σε όργανο εναρμόνισης. Το κούνησε πάνω κάτω δήθεν απροσδιόριστα όμως το ωστικό κύμα που δημιουργήθηκε ήταν ικανό να σε κάνει να πονέσεις τόσο, ώστε να αποβάλλεις όλο τον αρνητισμό σου και γυμνός να σταθείς ξανά στο κέντρο του λαβύρινθου. Μεγάλοι θάμνοι πολύ ψηλότεροι από εσένα να κρύβουν την οπτική που θα σε βοηθούσε να κατανοήσεις τη λύση. Σταύρωσες λοιπόν τα χέρια πίσω από την πλάτη και ξεκίνησες για ακόμα ένα γύρο. Αυτή τη φορά όμως δεν έψαξες την έξοδο, απλά περπάτησες. Ανέπνευσες και κοίταξες όλη την διαδρομή και αφού κατέληξες πάλι στο κέντρο, άφησες ένα χαμόγελο να προδώσει την αλλαγή σου.
Πέθανε και φώναξε - θάνατος δεν υπάρχει. Τόσο εύκολο και ταυτόχρονα τόσο ακατανόητο.
Έκλεισες τα μάτια και καθισμένος οκλαδόν εκεί στο κέντρο του αδιεξόδου άφησες το συναίσθημα της ηρεμίας που η τελευταία αυτή βόλτα σου δημιούργησε να απλωθεί παντού .
Πέρασε από το μυαλό στο αίμα, από εκεί στο δέρμα σου και σαν ένα τεράστιο ωστικό κύμα μέσα από τα μάτια του παιδιού που από την αρχή κρυφά γελούσε μέσα σου, διέλυσε τα πάντα και σε άφησε καθισμένο στο κέντρο ενός τεράστιου τίποτα. Είναι τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο.
Έχεις και τα χρώματα, έχεις και τον καμβά. Ζωγράφισε λοιπόν, βάλε πιο ζωντανά χρώματα και μέσα από αυτά πολέμα. Είναι αδιέξοδο μόνο εκείνο που αφήνουμε να γίνεται αδιέξοδο. Εκείνο που μας βολεύει και συνήθως μας δίνει την δικαιολογία να παραμείνουμε παθητικοί θεατές σε μια ζωή βαλμένη μέσα σε στεγανά και οριοθετήσεις.
Σηκώθηκες και με το δάχτυλο σου ξεκίνησες να ζωγραφίζεις. Ένα δέντρο, έναν ήλιο και δύο καρέκλες. Έβαλες τον ήλιο στη μέση και από κάτω το δέντρο. Οι καρέκλες δεξιά και αριστερά και έκανες τρία βήματα πίσω και έμεινες για λίγο να το κοιτάς. Είμαι ο ήλιος σκέφτηκες. 'Οχι, είμαι το δέντρο. 'Οχι, είμαι η κούραση που με οδηγεί από την μια καρέκλα στην άλλη.
Εκείνη την στιγμή πήγες ξανά στην αρχή. Δεν είσαι ούτε ήλιος, ούτε δέντρο,ούτε ανάγκες ούτε αποτελέσματα. Είσαι το κέντρο αδελφέ. Η εκπόρευση και η πραγμάτωση. Είσαι αδιέξοδα και λύσεις. Είσαι τα πάντα και ταυτόχρονα ένα τεράστιο τίποτα. Τι είναι αυτό που σε ωθεί λοιπόν ;
Παρέμεινες σιωπηλός. Είναι αδιέξοδο λοιπόν, σκέφτηκες για όσο πιστεύω στα αδιέξοδα.
Άρα τώρα ξέρεις. Η οπτική μας γεννά τα φαινόμενα και η ανάγκη μας πάντα τα χρωματίζει. Έβγαλες από την τσέπη σου την πυξίδα που κουβαλάς με ευλάβεια χρόνια τώρα, ενθύμιο μιας άλλης ζωής δώρο σε κάποια γενέθλια χαμένα στο παρελθόν μιας άλλης πραγματικότητας και ενός άλλου εαυτού που πλέον έχεις αφήσει θαμμένο πολύ καιρό, τόσο ώστε να ξεχάσεις και το που και το πότε.
Την έβαλες στην παλάμη σου, την κοίταξες και εκείνη σου έδειξε το δρόμο μέσα από τον καθρέφτη σου. Την εμπιστεύεσαι χρόνια και έτσι πλησίασες και σε κοίταξες. Τα μαλλιά σου είχαν γκριζάρει από καιρό και οι ρυτίδες στο πρόσωπο σου άρχισαν να μαρτυρούν το ταξίδι σου. Όταν όμως κοίταξες μέσα στα μάτια σου, αυθόρμητα χαμογέλασες. Αυτά δεν είχαν αλλάξει. Εξακολουθούσαν να ανήκουν στο παιδί που ήσουν. Εκείνο το μικρό θεό που δεν γνώριζε όρια και πρέπει. Μόνο όνειρα και αγάπη. Που κρύφτηκες φίλε;, τον ρώτησες και του έκλεισες το μάτι συνωμοτικά. Μου έλειψες.
Ήξερες που κρύφτηκε και ήξερες και το λόγο. Χρόνια ταξιδευτής μέσα στις ανάγκες και τους προβληματισμούς για την ουσία, διασταύρωσες αρκετές φορές το βλέμμα σου και κουράστηκες μέσα από όλο αυτό το κενό που συνάντησες.Ένα κενό που τελικά σε τύλιξε και σε ανάγκασε να μείνεις στην άκρη, ακροβατώντας ανάμεσα στη δική σου οπτική και την λογική του κόσμου που παντού απλώνεται ίδια. Ταξιδεύοντας έμαθες ότι αλλάζουν οι ονομασίες των δρόμων και το χρώμα των λεωφορείων. Όμως η ανάγκη του φόβου μένει απαράλλακτη κρατώντας το σύστημα σε τάξη. Μια τάξη που όμως εκπορεύεται εκ του χάους που πλέον δεν έχουμε επίγνωση και αντοχές να ψάξουμε γύρω μας και κυρίως μέσα μας .
Βαθιά λοιπόν μέσα στα μάτια σου θυμήθηκες όλη την ανάγκη που σε ώθησε εξ` αρχής να βελτιώσεις τις συνθήκες της πτήσης σου και να μάθεις καινούργια ακροβατικά σε πείσμα όλων εκείνων που προσπαθούσαν να σε πείσουν ότι δεν είσαι πλασμένος για κάτι τέτοιο. Στα αφτιά σου ξεκίνησε να αντηχεί το σαρκαστικών γέλιο των ανίδεων και των βολεμένων. Αντίτιμο του παραλογισμού που τους ανάγκαζες να δουν  στις πράξεις σου.
Είναι αδιέξοδο λοιπόν αναφώνησες  ξανά. Γιατί ποτέ κανείς δεν κατάφερε να ξεδιψάσει με τον ήχο της βροχής, όσο ζωηρός και αν ήταν.
Είναι αδιέξοδο, για όσο οι αντοχές σου θα σου επιτρέψουν να το ονομάσεις έτσι. Για όσο η ψυχή σου θα αισθάνεται ασφάλεια μέσα από αυτή την κρυψώνα. Μέσα από τα φαινόμενα που θα γεννά και μέσα από τη σιωπή που θα την εμπνέει και θα την κάνει αργά το βράδυ να νιώθει την ανάγκη να ανοίξει το παράθυρο.
Είναι αδιέξοδο μέχρι εκείνη τη στιγμή που η ψυχή σου θα νιώσει επιτακτική την ανάγκη να  να ενωθεί με τον αέρα, να γίνει αέρας και να επιστρέψει εκεί που τα όνειρα δεν έχουν αδιέξοδα. Μόνο όρεξη και προσπάθεια, χαμόγελα και αντοχές.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Συγχώρεση


Ήταν απόγευμα καλοκαιριού και εσύ γεμάτη αλμύρα και με μία περίεργη ηδονή στο βλέμμα, καθισμένη δίπλα στο κύμα έβλεπες ένα ακόμα καράβι να ξεμακραίνει. Πόσο σου άρεσε αυτή η εικόνα. Χωρίς να το κατανοείς χαμογελούσες πλατιά και η φαντασία σου οργίαζε. Ένα καράβι ήταν όλη η εικόνα. Ένα καράβι που κλείνοντας τα μάτια, ένιωθες ότι κουβαλά τους φόβους σου και τις αγωνίες και τα όρια σου. Τα έπαιρνε κάθε μέρα μακρiά και σε απελευθέρωνε, αφήνοντας σε να χαίρεσαι τον ήχο των κυμάτων. Γιαυτό και κάθε απόγευμα, λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, πάντα την ίδια ώρα που περνούσε το καράβι μπροστά από την μικρή απομονωμένη, δική σου παραλία, εσύ έστεκες ξαπλωμένη μπρούμυτα, γυμνή πάνω στο βράχο που με γαλήνη σε αποδεχόταν κάθε φορά σαν να ήταν η πρώτη. Μετά βαθιά ανάσα και βουτιά, πάντα με το ίδιο λυτρωτικό συναίσθημα.
Ξεπλένω τις αμαρτίες μου είπες κάποτε όταν σε ρώτησαν γιατί είσαι συνεχώς απομονωμένη, καλυμμένη με αλμύρα, να κολυμπάς μέχρι το φεγγάρι να δείξει κάθε βράδυ το δρόμο για το όνειρο.
Αμαρτίες, όμορφη λέξη. Θηλυκή και επικίνδυνη. Πόσες εικόνες κουβαλά ; Πόσα διαφορετικά νοήματα και ενέργειες ;
Αμάρτησα που σε σκότωσα θα πει ο ένας. Αμάρτησα που με σκότωσα θα πει ο άλλος. Αμάρτησα που σε άφησα  αλλά κυρίως αμάρτησα που με άφησα...
Αυτό ένιωσες και εσύ ένα βράδυ . Εκείνη η ώρα της ημέρας που πάντα είναι βασανιστική. Ηρεμεί ο κόσμος, χάνεται η βουή και θέλοντας και μη σε αφήνει γυμνή απέναντι στον ήχο των δικών σου συναισθημάτων .
Ήρθε χειμώνας και εσύ με πείσμα παρέμεινες σε εκείνη την παραλία. Με τον ήχο των κυμάτων και αυτό το βράχο που με ένα μαγικό τρόπο σε υποδεχόταν πάντα σαν να ήταν η πρώτη φορά.
Στην αρχή, άφησες συναισθήματα όπως η μοναξιά ή η  απόγνωση να σε τυλίξουν. Με υπομονή έστεκες εκεί και προσπαθούσες να ξεπλύνεις όλο αυτό το κατεστημένο. Τρίψε τρίψε η ψυχή σου μάτωσε και ήταν ξημερώματα χειμώνα, εκεί στην πιο κρύα νύχτα του που μια σταγόνα αίμα ξέφυγε, έπεσε και πότισε τον βράχο. Έναν βράχο που με αυτήν την ενέργεια από εκείνη τη στιγμή θα ξεκινούσε να είναι για πάντα ο δικός σου βράχος.
Δικός σου. Εκείνη την βραδιά  ναι, έγινε ...όταν σου μίλησε. Το έκανε με τρυφερότητα και αγάπη, χρησιμοποιώντας την ικανότητα του ανέμου να τρυπώνει στην ψυχή σου κατά το δοκούν. "Αν θες να νικήσεις τις αμαρτίες σου ,απλά αγάπησε τες".  Εσύ μετέωρη άφησες αυτή τη φράση να παίξει με την ηχώ στην  ψυχής σου και να ακουστεί ξανά και ξανά , ξεμακραίνοντας και αλλoιώνοντας κάθε φορά και λίγο ακόμα τις λέξεις και το νόημα, ώσπου να φτάσει στο τέλος ένα και μόνο συναίσθημα. Μία και μόνο λέξη, συγχώρεση .
Έφυγες από την παραλία και η λέξη αυτή έγινε κάδρο και απορία και ξενύχτι και θάνατος και ανάσταση, συγχώρεση .
Ξεκίνησες λοιπόν να ταξιδεύεις. Για να καταλάβεις  αυτή την λέξη ήθελες να βρεις εικόνες. Να την εντάξεις σε μία πραγματικότητα και έτσι να την κατανοήσεις.
Βρέθηκες για καιρό ανάμεσα σε πολλά  άδεια κουρασμένα βλέμματα και κάπου κάπου και ένα χαμόγελο, όμως περίεργο. Βλέμματα κλειστά, οριοθετημένα. Με πόνο και μοναξιά να αχνοφαίνονται πίσω από την κάλυψη του εγωισμού και της επιτυχίας. Και εσύ γινόσουν περισσότερο μόνη.
Έσπρωχνες και σπρωχνόσουν. Άφηνες έναν περίεργο ρυθμό να σε παρασύρει και έτσι χάθηκες. Κοιτούσες γύρω σου και τα βλέμματα είχαν αρχίσει να γίνονται εχθρικά. Ένιωθες ότι δεν θα μπορέσεις να χαμογελάσεις ποτέ ξανά. Παραδόθηκες σε αυτόν τον ρυθμό με την προσμονή του τέλους και προσπαθώντας πολύ, κρέμασες ένα χαμόγελο στα χείλια σου. Αυτά τα χείλια που κάποτε έγλυφαν την αλμύρα και ένιωθαν πλήρη...
Καιρό μετά, απόγευμα, παραδομένη και ακόμα χαμένη ήρθε ο ήχος μιας τρομπέτας σε ένα jazz bar το οποίο σε τράβηξε σήμερα γυρνώντας από την δουλειά και σε ώθησε, σχεδόν σε εξανάγκασε, να θυμηθείς αυτή την αλμύρα. Φοβερά τα συναισθήματα που κουβαλάμε και μαγικός ο κόσμος τους .
Με τα μάτια κλειστά, θυμήθηκες την τελευταία φράση που διάβασες σε ένα βιβλίο καιρό πριν.
"Έκλεισε το ψυγείο , άνοιξε το παράθυρο και βούτηξε στο κενό ". Ακριβώς αυτό ένιωθες ότι ήθελες και εσύ να κάνεις. Μία βουτιά στο κενό της ψυχής σου.
Απίστευτη η εναλλαγή των εικόνων, με ταχύτητα και με ένταση. Ένα τρένο, άδεια βλέμματα, ταξίδι, μοναξιά, ένας βράχος, μία κραυγή, μια λέξη. Συγχώρεση.
Ευτυχώς που οι άνθρωποι γύρω μας συνήθως δεν βλέπουν ποτέ κάτι πέρα από τις ανάγκες τους. Με κλειστά τα μάτια δάκρυσες και μέσα από αυτό το δάκρυ έβγαλες την γνώση της ζωής.
Συγχώρεση, για εμάς, για τους άλλους. Ένα συναίσθημα που δημιουργείται από το αίμα, και τι περίεργο, απελευθερώνεται και ζει μέσα από το δάκρυ.
Μετά από ώρα ανοίγοντας τα μάτια σου πόνεσες. Πλήρωσες και έφυγες βιαστικά. Αντίτιμο φτηνό για το αλκοόλ της μοναξιάς σου. Αντίτιμο φτηνό για μια ζωή γεμάτη πια από συμβιβασμό και τίποτα.
Ξημέρωνε καλοκαίρι όταν βρέθηκες ξανά στο ταξίδι. Επέστρεφες στο αύριο, το δικό σου αύριο. Αυτό που εσύ σου στέρησες όταν έμεινες παραπάνω από όσο χρειαζόταν σε εκείνη την παραλία και σε τύλιξε ο χειμώνας. Τώρα το γνώριζες .
Ηλιοβασίλεμα με τον Ήλιο να κολυμπά μαζί σου και σιγά σιγά να πνίγεται αποδεχόμενος την μοίρα του και εσύ, ευλογημένη, γεμάτη αλμύρα, να βουτάς στα καταγάλανα νερά της μνήμης που με ένα μαγικό τρόπο μπορεί και φυλακίζει η σκέψη. Κουβαλώντας μόνο ένα κορμί, ένα χαμόγελο και πάνω από όλα μια λέξη. Μία εισιτήρια λέξη που έγινε ταξίδι και προορισμός. Μία λέξη που πλέον γνωρίζεις ότι είναι το κλειδί για όλες εκείνες τις κλειδωμένες πόρτες της ψυχής σου.
Μία ανάσα και μια βουτιά, πιέζοντας τον εαυτό σου να καταδυθεί όλο και πιο κάτω.
Η ανάδυση γρήγορη και μικρή αλλά απροσδόκητα γαλήνια. Και εκεί απροειδοποίητα η ματιά σου, λες και γιαυτό βγήκες στην επιφάνεια, διασταυρώθηκε και πάλι με το καράβι σου.
Εκείνο το καράβι που κάποτε φανταζόσουν ότι κουβαλά τους φόβους, τις αγωνίες και τα όρια σου.
Άφησες λοιπόν την ματιά σου να το χορτάσει και ας ήξερες ότι πια δεν ήταν δικό σου.
Το ταξίδι σε έκανε πλούσια διότι τώρα  γνωρίζεις ότι οι φόβοι σου και τα όρια σου είσαι εσύ. Όμως δεν σε ορίζουν. Υπάρχουν εκεί σαν  βοήθεια στο ταξίδι της ψυχής σου προς εσένα.
Το καράβι χάθηκε στον ορίζοντα και εσύ χαμογελώντας το κοίταξες, χαμογέλασες και με ένα σάλτο βούτηξες ξανά από το βράχο, τον δικό σου βράχο, σε μια θάλασσα που σαν ένα τεράστιο ηχείο άρχισε να σου επαναλαμβάνει δυνατά την προτροπή που ο άνεμος πάντα θα κουβαλά ως λαχτάρα και ως προορισμό .
"Αν θες να νικήσεις τις αμαρτίες σου , απλά αγάπησε τες".

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Περιπλανώμενος



Περιπλανώμενος ζητιάνος σε ένα νομαδικό ασκέρι απροσάρμοστων ψυχών. Ζητάς και απλώνεις το χέρι με την άνεση που η ζωή σου δημιούργησε. Δεν νιώθεις ενοχές για αυτή σου την πράξη. Στήνεις και ξεστήνεις τη σκηνή σου αναπροσαρμόζοντας τις ατάκες σου, ανάλογα με το ακροατήριο. Ο λυρισμός και ταυτόχρονα η ειρωνεία της ζωής είναι ότι πάντα δίνει την δυνατότητα στους αδαής και στους πολύ σοφούς να χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις. Το έχεις καταλάβει εδώ και καιρό και το εκμεταλλεύεσαι. Την πρώτη φορά σε εντυπωσίασε η αντίδραση τους όταν προσπάθησες να δώσεις το ίδιο νόημα μέσα από καινούργιες, πιο σύνθετες λέξεις. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σταμάτησαν την επιμέρους φασαρία και σε άκουσαν με προσοχή, κοιτώντας σε κατευθείαν στα μάτια. Περιπλανώμενος ζητιάνος με την υγρασία από το νωπό χώμα να στεγνώνει αργά στην πλάτη σου και εσύ όπως πάντα με το χαμόγελο. Δεν είχες μάθει ποτέ κάτι άλλο και έτσι ποτέ δεν χρειάστηκε να συγκρίνεις. Νομαδικά περιπλανιέσαι, νομαδικά έχεις μάθει να βιώνεις. Όμως σήμερα μέσα στις λάσπες που τα παπούτσια σου αδιάφορα συνεχίζουν να κουβαλούν, χρειάστηκε μια απλή στιγμή και αρκετή τύχη ώστε να παρατηρήσεις το διαμάντι που εμπεριείχαν .
Το έβγαλες από εκεί, το καθάρισες και αρχικά το έβαλες στην τσέπη σου. Δεν είναι και ο,τι πιο φρόνιμο να προκαλείς. Εκείνο το βράδυ ήταν που με αυτό το καινούργιο σου απόκτημα, είδες για πρώτη φορά ένα όνειρο που έμελλε να επαναληφθεί απαράλλακτο για πολλές βραδιές. Εσύ μόνος περπατούσες κάτω από τα κίτρινα αρρωστημένα φώτα που στέκουν συνεχώς ακίνητα στο μονοπάτι που ακολουθεί το ποτάμι προς το κέντρο της πόλης και ξαφνικά μια αλεπού πέρασε από μπροστά σου. Σταμάτησε προς στιγμήν, σε κοίταξε στα μάτια και ύστερα ξεκίνησε να τρέχει, ώσπου άρχισε να αλλάζει και να μεταμορφώνεται σε έναν τεράστιο αετό που ξεκίνησε να πετά πάνω από το ποτάμι.
Το επόμενο πρωί ξύπνησες με ένα αίσθημα ανικανοποίητου στα χείλη. Κοίταξες τους ανθρώπους γύρω σου και τους άπλωσες το χέρι ζητώντας απάντηση. Εκείνοι δεν σε κατάλαβαν. Σε κοιτούσαν στα μάτια, όμως για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο δεν μπορούσαν να σε ακούσουν. Περιπλανώμενος στους δρόμους, περιπλανώμενος και στις σκέψεις. Κατάρα και ευλογία. Έτσι έλεγε ο παππούς σου. Οι απροσάρμοστες ψυχές πάντα έχουν την τύχη να μπορούν να τα διαλύσουν όλα με ένα απλό βλεφάρισμα, ή να τα δημιουργήσουν. Ευλογία για την στιγμή και κατάρα για τα όρια και τις αντοχές. Δεν το διαλέγεις. Δυστυχώς εκείνο διαλέγει εσένα και μετά απλά σε στοιχειώνει. Για πόσο;  μα για πάντα καλό μου παιδί. Για όσο διαρκεί αυτό το πάντα μέσα από την αναπνοή σου. Σοφά λόγια. Διαμάντια που κουβαλούσες τόσο καιρό χωρίς να έχεις την παραμικρή επίγνωση και τώρα αρχίζουν σιγά σιγά να σε ελκύουν και ταυτόχρονα να σε βαραίνουν.
Περιπλανώμενος ζητιάνος, όμως πλέον μπερδεμένος και με ένα καινούργιο πρωτόγνωρο αίσθημα ανικανοποίητου. Ο φθόνος αποτελεί από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, την δικλείδα ασφαλείας μέσω της οποίας η σοφία εξασφαλίζει την διαιώνιση της ύπαρξης της, μόνο μέσα από τα μάτια των άξιων και ικανών. Ο φθόνος γεννά τη διαμάχη και συνήθως μέσα από αυτήν τρέφεται ένα από τα δυσκολότερα και πιο επικίνδυνα θηλυκά, η απληστία. Περιπλανώμενος υπήρξες για καιρό και ήταν μόνο μια στιγμή που κάτι γυάλισε μέσα στην ψυχή σου, ώστε να σε κάνει να ονειρευτείς κάτι καλύτερο. Είναι ειρωνεία το ότι τα σπίτια στην απέναντι πλευρά του δρόμου θα μας φαίνονται πάντα πιο φωτεινά. Όμως στη δική σου περίπτωση δεν είναι ειρωνεία. Είναι παραλογισμός και μάλιστα στα όρια του εγκληματικού. Κοιμάσαι με ταβάνι τον ουρανό και η ματιά σου δεν υποκύπτει σε φθαρτά και υλικά. Όχι τουλάχιστον μέχρι να διαφανεί η ευκαιρία να τα αποκτήσεις και εσύ.
Έτσι αποχαιρέτησες τους συντρόφους και νόμιζες ότι φορώντας την εικόνα της πόλης θα μπορέσεις να χαθείς μέσα της. Τόσο αφελής. Όμως κανείς δεν ασχολήθηκε. Με τον καιρό παρατήρησες ότι σε αυτές τις οργανωμένες κοινωνίες, ο φθόνος και η απληστία έχουν τεράστια αγάλματα, περίτεχνα σκαλισμένα και τοποθετημένα με προσοχή σε ανοιχτά πάρκα και πλατείες ώστε να είναι ορατά σε όλους. Άλλοτε ως υπενθύμιση και άλλοτε ως απειλή. Εσύ από την άλλη μπορεί να αποχαιρέτισες την νομαδική ζωή, όμως παρέμεινες απροσάρμοστη ψυχή. Είπαμε δεν αποτελεί επιλογή.
Αυτό σε βοήθησε να μπεις στις καταστάσεις χωρίς φόβο. Και τι ατυχία, νόμιζες ότι αυτό αποτελεί πλεονέκτημα. Είδες, σε είδαν και έναν αιώνα και μια πανσέληνο αργότερα με τις φαβορίτες σου πιο μακριές και το βλέμμα εξίσου αδούλωτο, μάζεψες όλα όσα η ζωή πίστευες ότι σου χρώσταγε και τα έπαιξες σε μια ζαριά δείχνοντας έμπρακτα τον ερωτά σου για εκείνη. Και κέρδισες. Μέσα σε μια στιγμή διπλασίασες τις επιλογές σου και μέσα από αυτές και τις ανάγκες σου. Χαμογέλασες και της έκλεισες το μάτι. Εκείνη έκανε προσποιητά πως ενοχλείται αφήνοντας ένα υπονοούμενο ότι μπορεί η τύχη να μπήκε ανάμεσα σας. Όμως γυρίζοντας από την άλλη χαμογέλασε πονηρά διότι ήξερε.
Εσύ μεθυσμένος από αυτή την απρόσμενη νίκη στάθηκες για πρώτη φορά μπροστά σε μεγέθη που ίσως κάποια στιγμή να είχες φανταστεί. Έτσι δεν το πολυσκέφτηκες και τα ξανάπαιξες όλα, έχοντας στη ματιά σου αφήσει, χωρίς να το καταλάβεις είναι η αλήθεια, να διεισδύσει η αλαζονεία. Είχες περάσει στην αντίπερα όχθη και τώρα ήσουν αυτός που έβλεπε το χέρι και όχι εκείνος που το πρότεινε.
Μια στιγμή ήθελε όλη και όλη η απληστία για να σε καταστρέψει και της την έδωσες. Δεν θα στο ομολογήσει ποτέ, όμως από αυτή την ενέργεια που παράγει το συναίσθημα του τέλους και της καταστροφής, θρέφεται και διατηρείται. Εσύ κέρδισες για ακόμα μια φορά και έτσι η αγωνία της απολαβής παρατάθηκε. Όμως η τρίτη φορά ήταν και η φορά που θα τα ανέτρεπε όλα. Ήσουν σίγουρος πλέον μέσα στις ονειροπολήσεις σου και έτσι δεν προετοιμάστηκες για το ενδεχόμενο της ήττας. Έτσι λοιπόν την στιγμή που την αντίκρισες, δεν ήξερες πώς να αντιδράσεις. Πήρες μια βαθιά ανάσα και πισωπάτησες. Την κοίταξες στα μάτια και εκείνη σου χαμογέλασε με κατανόηση. Δεν το ήξερες ακόμα αλλά δεν μπορούσε να σε πειράξει. Δεν είχε την δύναμη. Έπρεπε όμως να ακολουθήσεις το δρόμο της απώλειας για να το κατανοήσεις. Έπαιξες και έχασες όμως το αντίτιμο της ήττας όσο και αν δεν μπορούσες να το καταλάβεις, παρέμενε έξω από εσένα, ανίκανο να σου προκαλέσει την παραμικρή πληγή. Λίγο τον εγωισμό σου ενόχλησε διότι ήθελες να δηλώνεις ότι η εξυπνάδα ήταν μόνιμος σύντροφος στον αγώνα τούτο να σμιλεύσεις την πέτρα, να της δώσεις μορφή και να την σηκώσεις από το χώμα, χτίζοντας την αξιοποιώντας την για έναν ανώτερο σκοπό όπως προστάζει η λογική.
Ένα γαμώτο σου ξέφυγε την ώρα που περνούσες την πόρτα και έβγαινες ξανά μετά από καιρό στον καθαρό αέρα και τον έναστρο ουρανό. Η αλήθεια είναι ότι λίγο σε είχε ελκύσει αυτή η ζωή και σε είχε κάνει προς στιγμήν οπαδό της. Όμως η απληστία τρέφεται από τον πόθο που δημιουργεί ο σκοπός της πραγμάτωσης και εσύ ένας περιπλανώμενος ζητιάνος, συνηθισμένος στο τίποτα και μέσα από εκεί στα πάντα, δεν είχες κανέναν...
Εκείνο το βράδυ έπαψες να βλέπεις  το όνειρο. Μετά από καιρό ξύπνησες και δεν θυμόσουν τίποτα. Όμως κάτι περίεργο σε κυρίευσε. Ξύπνησες γεμάτος και γαλήνιος. Ξεκίνησες πάλι την περιπλάνηση αποκομμένος από το παρελθόν και ζώντας μόνο το σήμερα. Ένα παρόν που το μόνο που ζητούσε πια από εσένα ήταν χαμόγελο. Το είχες και το έδωσες και έτσι δεν παραξενεύτηκες όταν τείνοντας το χέρι στο πρώτο ζευγάρι μάτια που αντίκρισες, ένιωσες τη ζεστασιά της αποδοχής και της ανταπόδοσης.
Περιπλανώμενος ζητιάνος, όμως πλέον και λίγο γνώστης. Έμαθες επιτέλους ότι άλλο περιπλάνηση και άλλο αποπλάνηση. Και τα δύο εμπεριέχουν την πλάνη, όμως δεν έχουν την ίδια δύναμη να σε επηρεάσουν. Μια μικρή διαδρομή βιωμάτων και συνειδητοποιήσεων είναι η ζωή και τώρα το γνώριζες. Το αίσθημα της ήττας ακόμα σιγόκαιγε τον εγωισμό σου και αυτή η θέρμη όσο καταλάγιαζε σε ζέσταινε και σου δημιουργούσε μια μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για το αύριο. Η απληστία θα επέστρεφε. Πάντα το κάνει ώστε να παραπλανεί τους αδαής και να ξυπνά τους πλανημένους. Όμως κάποιες φορές επιστρέφει απλά για ένα γεια. Κάποιες μάχες είναι τόσο μεγάλες και σημαντικές, ώστε δένουν για πάντα με δεσμά ακατάλυτα το νικητή και τον ηττημένο.
Όταν λοιπόν ξανάρθε σε βρήκε να κοιμάσαι. Σε κοίταξε για λίγο στοργικά και έπειτα μπήκε μέσα σου και εισχώρησε μέχρι εκείνη την μικρή κρύπτη που φιλούσες τα διαμάντια σου. Τα πήρε στα χέρια της και με μια κίνηση τα σκόρπισε στον αέρα. Μία αλεπού πέρασε το δρόμο, σταμάτησε, σε κοίταξε στα μάτια και σου χαμογέλασε. Όσο η  βαρύτητα έκανε την δουλειά της  ξεκίνησε να τρέχει και όπως κάθε φορά μεταμορφώθηκε σε έναν μεγάλο και περήφανο αετό που με μιας τα έπιασε με το ράμφος του και τα κατάπιε. Περνώντας από πάνω σου, στα έφτυσε κατάμουτρα μέσα από τις λέξεις που μπορούσες να καταλάβεις.
Η αξία σου πάντα θα μετριέται με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις ήττες σου. Περιπλανώμενος ή αποπλανημένος ..

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Βραδινός συντονισμός


Παραδόθηκες και ρίσκαρες. Μέσα στη χούφτα σου ο,τι και όσα μέχρι τώρα είχες κερδίσει. Για μια στιγμή σε συνεπήρε το συναίσθημα της νίκης και έπειτα ... σιωπή. Το πόρισμα άμεσο και σκληρό. Χάσατε. Έμεινες εκεί μετέωρος με το αίμα στις φλέβες σου παγωμένο από το φόβο. Χάσατε.
Σου πήρε ώρα να βρεις το κουράγιο να κρεμάσεις στα χείλη σου ένα χαμόγελο, μέσα σου όμως ;
Ήθελες αέρα, θόλωσες και πιέστηκες τόσο πολύ που τελικά όρμηξες στην πόρτα. Τελευταίο σου υπάρχων ένα κασκόλ, θα έμενε για πάντα εκεί. Δεν σκέφτηκες καν. Όρμηξες στην πόρτα και ο κρύος αυτός αέρας που γέμισε τα πνευμόνια σου, ένιωσες να είναι λυτρωτικός. Τα μάτια σου δάκρυσαν. Αν σε ρωτούσαν θα έλεγες από την διαφορά θερμοκρασίας. Αν ήξεραν να σε δουν, φώναζες και φώναζες δυνατά, εγωισμός ...
Ένας εγωισμός που πάντα σε θολώνει και σε κάνει να χάνεσαι, καταστρώνοντας τα δικά σου σχέδια για το μέλλον. Χωρίς όμως ποτέ να υπολογίσεις τις συνέπειες. Το μέγιστο αυτό αντίτιμο των επιλογών. Των δικών σου, των δικών μου. Τις συνέπειες της ζωής.
Ξεκίνησες να περπατάς. Άτσαλα και παιδικά προκάλεσες δυσαρμονία στο πλήθος. Δεν το καταλάβαινες αλλά είχες ανάγκη το βλέμμα τους. Μέσα από εκεί πάσχιζες να στυλώσεις την ύπαρξη σου και να μορφοποιηθείς. Καθρέφτης τα απέναντι μάτια. Είσαι όμως έτοιμος να δεις αυτό που καθρεφτίζουν ;Μπορείς να νιώσεις ότι το συναίσθημα που σου επιστρέφουν είναι το συναίσθημα που εσύ ο ίδιος κουβαλάς μέσα σου ; Λύπη, χαρά, θυμός, απογοήτευση, επιβράβευση. Όλα εκεί ..
Στα μάτια των περαστικών, στα μάτια τα δικά σου  έτσι όπως χωρίς προειδοποίηση καθρεφτίζονται στις βιτρίνες των καταστημάτων στο δικό σου αποψινό ταξίδι της φυγής. Μια ανάγκη που απόψε σε ζορίζει και σε αναγκάζει να αλλάξεις τη ρήση του Ερμή " Ως πάνω έτσι και κάτω ".  Απόψε δεν έχει πάνω. Το βλέμμα σου βάρυνε σιγά σιγά και κόλλησε κάτω. Κάποιος θα πει στο πάτωμα, στα παπούτσια σου. Εσύ θα πεις στον συμβιβασμό, στην υποταγή. Νιώθεις ότι λύγισες και αρχίζεις να σε χάνεις. Χάνεις την πίστη του πάνω ...
Τα μάτια σου εξακολουθούν  να παραμένουν πεισματικά υγρά, όσο συχνά και αν τα σκουπίζεις. Και συνεχίζεις να περπατάς. Εκεί ανάμεσα στο πλήθος, σε ένα από τα πιο γεμάτα σημεία του πλανήτη. Και νιώθεις ότι απλά σέρνεσαι και είσαι μόνος, ολομόναχος και είσαι από άλλο πλανήτη. Αφόρητη μοναξιά φίλε να μην μπορείς να διασταυρώσεις το βλέμμα σου με εσένα.
Και εκεί περπατώντας, χωρίς συναίσθηση φτάνεις μπροστά σε ένα ρυθμό πρωτόγνωρο. Ντυμένο τη σοφία που ο χρόνος κουβαλά αέναα μέσα από ένα μυστικό τάγμα που έχει ένα και μοναδικό δικό του τρόπο να μυεί και να συγκινεί όσους είναι έτοιμοι να χάσουν και να αποδεχτούν το τίποτα. Έχει όνομα και είναι μουσική. Είναι ρυθμός, είναι παλμός, είναι δόνηση. Στέκεις απέναντι και παρατηρείς όλο αυτό το τελετουργικό που με τον πιο ιερό τρόπο η ίδια η ζωή φωνάζει μέσα από το πάθος που κινεί δύο χέρια πάνω σε ένα τύμπανο. Δύο συνηθισμένα χέρια και ένα συνηθισμένο τύμπανο. Μία πρωτόγνωρη όμως μουσική. Η φωνή βραχνή και περίεργη μέσα από την εκφορά ενός λόγου ακατανόητου. Μία γλώσσα διαφορετική. Δεν ξέρεις τι φωνάζει, δεν μπορείς να καταλάβεις τι μεταδίδει πίσω από τις στεγασμένες πόρτες της ψυχής του.
Όμως να που η ανάσα σου άρχισε να γίνεται πιο ανεκτή. Το μυαλό σου και οι σκέψεις σου με ένα περίεργο τρόπο έγιναν σε μία στιγμή πιο ανάλαφρα και ανεκτά. Όλα πιο κοντά στην ανοχή, στην παραδοχή της ανικανότητας ...
Ένιωσες το πόδι σου να συντονίζεται και την ψυχή σου να προσπαθεί να τραγουδήσει και να βγάλει μια κραυγή, ωθούμενη από την μουσική, να υπάρξει. Προδοσία, αυτή ήταν η λέξη που σου ήρθε. Με πρόδωσαν .
Πήρες μία κιμωλία και εκεί ανάμεσα στον κόσμο έσκυψες μπροστά από τον τύπο με τα άσπρα μαλλιά και αυτή την τόσο περίεργη τρέλα στο βλέμμα και έγραψες, "Με πρόδωσαν ".
Έκανες ένα βήμα πίσω και άφησες να πέσει από τα μάτια σου μια καλύπτρα που ώρα τώρα φορούσες και σε έκανε τυφλό και ανίκανο να κατανοήσεις. Μια καλύπτρα που όλοι λίγο πολύ φοράμε και λέγεται θυμός.
Με πρόδωσαν. Αυτό έμεινες να κοιτάς με αυταρέσκεια και να νιώθεις σιγά σιγά ότι επιστρέφει η δύναμη και η ορμή σου.
Χωρίς προειδοποίηση, ακριβώς εκείνη τη στιγμή η μουσική σταμάτησε. Ο κόσμος σταμάτησε, η ροή του κόσμου, η βουή ... τα πάντα σταμάτησαν. Σαν μια εικόνα στην οθόνη ενός υπολογιστή που κράσαρε. Και τότε έγινε κάτι που σου άλλαξε τη ζωή. Το σημείο εκείνο της ανθρώπινης σου μύησης που λαμβάνεις λέξεις και χειραψίες και νοήματα. Ο πολύχρονος τούτος γέρος που σε συντόνισε στο ρυθμό του, σηκώθηκε όρθιος και αφού σε κοίταξε, απελευθέρωσε ένα χαμόγελο τόσο λαμπερό που σε τύφλωσε. Έκανε δύο βήματα και ενώ εσύ προσπαθούσες να ξαναβρείς το φως σου, με τη δική του κιμωλία έγραψε κάτι στην δική σου λέξη. Δευτερόλεπτα μετά  επανήλθες. Επανήλθε και ο κόσμος και η βουή και η ροή και η μουσική. Πήρες μια βαθιά ανάσα και κοίταξες κάτω. "Με πρόδωσαν ". Αυτό είχες γράψει. Όμως τώρα το τελευταίο ν ήταν μέσα σε ένα τετράγωνο. Σαν αποσπασμένο από την αρχική λέξη να δηλώνει πλέον την ενεργητικότητα της πράξης μέσα από ένα √ μέσα σε ένα τετράγωνο.
Θυμήθηκες το κασκόλ σου. Όχι δεν έβαλε κρύο, εσύ ανατρίχιασες."Με πρόδωσα √ ".Κοίταξες την λέξη και αμέσως τα μάτια σου έψαξαν τα μάτια του γέροντα. Ήταν εκεί από ώρα και σε περίμεναν. Προσπέρασες την τρέλα που είχε στήσει παγίδα για τους άμυαλους και είδες αγάπη και ηρεμία. Έγνεψες χαμογελώντας και ξεκίνησες να απομακρύνεσαι.
Ήταν πλέον όλα ξεκάθαρα. Μόνο εσύ μπορείς να σε προδώσεις. Όταν δεν καταλαβαίνεις ότι πριν κάνεις μια επιλογή θα πρέπει να έχεις μέσα σου αποδεχτεί όλες τις συνέπειες. Ουσιαστικά και τίμια. Έχασα, σκέφτηκες μετά από ώρα. Έχασα και προδόθηκα γιατί δεν σκέφτηκα την ήττα.
Μεγαλώνοντας έμαθες ότι είναι εχθρός σου. Όμως φίλε μου απόψε έμαθες ότι η αποδοχή της ήττας μας εξελίσσει. Μας γεμίζει δύναμη και κατανόηση.
Αν δεν πάθεις δεν θα μάθεις. Σου ήρθε στο μυαλό και χαμογέλασες. Σε βοήθησε να καταλάβεις γιατί όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι μέχρι τώρα στη ζωή σου, ποτέ δεν σε πίεσαν ή προσπάθησαν να σου δείξουν. Η κατανόηση της ζωής περνά πάντα μέσα από την εμπειρία. Η κατανόηση του εαυτού μας περνά πάντα μέσα από τα λάθη μας και την αποδοχή τους.
Παραδόθηκες και ρίσκαρες και έχασες ο,τι και όσα είχες.
Όμως απόψε φιλέ μου αγαπημένε ένιωσες αυτό που μέχρι τώρα υπήρχε σαν νόημα με λέξεις και όμορφες εικόνες. Έχασες αλλά δεν ηττήθηκες ...
Αύριο είναι μια καινούργια μέρα και θα τα φτιάξεις όλα από την αρχή.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Το μονοπάτι


Οδοιπόρε, σου φώναξε και εσύ σάστισες. Ήταν ένα όνομα που είχες ξεχάσει πια για τα καλά. Όμως σε έκανε να σταματήσεις. Την κοίταξες κατευθείαν στα μάτια και εκείνη στο ανταπέδωσε με ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού. Σου χαμογέλασε και ανοιγοκλείνοντας τα χείλια της, σου ψιθύρισε δυο λόγια που ήταν αρκετά ώστε να ενεργοποιηθείς και να θυμηθείς.
Έφυγε ξαφνικά όπως ήρθε και εσύ παρέμεινες σχεδόν μαρμαρωμένος. Δυστυχώς όμως όχι βασιλιάς αλλά στην καλύτερη περίπτωση ως ζητιάνος. Είχες πλέον ξεσκίσει όλα τα ρούχα της υπομονής και της κατανόησης και έτσι όπως καθρεφτίστηκες στον ορίζοντα μέσα από τον τίτλο του οδοιπόρου ένιωσες ντροπή.
Είχες ξεχάσει . Όχι ,για την ακρίβεια είχες ανταλλάξει. Αυτή είναι η λέξη που αντιπροσωπεύει όλη αυτή την προδοσία που έστησες στην ψυχή σου. Αντάλλαξες την ελευθερία σου για δύο στιγμές αγάπης ή τουλάχιστον ο,τι εσύ νόμιζες για αγάπη. Άλλες δύο στιγμές ανοχής και σκοπού και εγένετο ζωή. Πραγματικότητα για δύο, μέσα από το δικό σου μονόπρακτο. Μονόλογοι και μονοτονία. Μόνος ουσιαστικά εσύ και ο εαυτός σου, που σιγά σιγά ξεκίνησες να αποφεύγεις. Το σωστό και το πρέπον του έλεγες απόλυτα όσες φορές σου ξέφευγε και συναντιόσασταν στον καθρέφτη. Το σωστό και το πρέπον. Έτσι όμορφα και με τάξη δημιούργησες μια νέα πραγματικότητα, που κάποιες στιγμές ναι φαινόταν σαν αληθινή. Σε ρούφηξε μέσα της σχετικά άνετα και έτσι χάθηκες.
 Μέχρι δύο λεπτά νωρίτερα τα είχες όλα υπό έλεγχο και χαμογελούσες τόσο πλατιά. Χρειάστηκε μια λέξη και μία φράση για να ενεργοποιηθείς. Σύνθημα και παρασύνθημα σε μία έφοδο που δεν περίμενες και δεν είδες να έρχεται. Οδοιπόρε.. Αυτή  η λέξη κουβαλούσε τόση δύναμη και το συνειδητοποίησες μόλις την ένιωσες. Όπως όλες οι μεγάλες ανακαλύψεις σου έτσι και τούτη έγινε συμπτωματικά και τυχαία μέσα από το βίωμα. Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος. Τέσσερις λέξεις έπαιξαν ξανά και ξανά σαν μήνυμα τηλεφωνητή και σε τσιγκλούσαν τόσο έντονα που σε έκαναν προς στιγμήν να τα χάσεις. Αν δεν υπάρχει δρόμος, τότε τι υπάρχει σκέφτηκες  προσπαθώντας να βάλεις τα πράγματα στη θέση τους. Είχες καλέσει την λογική και εκείνη τώρα έστεκε απέναντι σου με τον δασκαλίστικο κότσο της και τα μαύρα γυαλιά με το χοντρό κοκάλινο σκελετό που της προσέδιδαν μια κάποια σοβαρότητα. Είχε σημειώσει απέναντι στο μαυροπίνακα αυτή την φράση και στο τέλος είχε βάλει ένα μεγάλο ερωτηματικό, τόσο ειρωνικό που προς στιγμήν σε έκανε να νιώσεις άβολα. Ο μαθητής που πιάστηκε αδιάβαστος και τώρα οφείλει να λογοδοτήσει. Αυτό που δεν γνωρίζει κανένας μαθητής είναι ότι λογική είναι  ένα ακόμα όνομα της τρέλας. Όλες εκείνες τις φορές που θα γίνεται πιστευτή από τους πολλούς και θα φαντάζει σοβαρή. Εκείνες τις φορές θα φέρνει εσαεί ανθρώπους σαν και εσένα σε αδιέξοδο.
Οδοιπόρε. Το ύφος ήταν σοβαρό. Πρέπει να είναι άλλωστε όταν έχεις να πεις κάτι τόσο σημαντικό. Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος. Τρέλα λοιπόν ντυμένη την αποδοχή των πολλών. Πλειοψηφία και αποτέλεσμα. Έτσι ορίζεται άλλωστε η δημοκρατία και εσύ πίστευες και σε αυτό το ψέμα. Μπήκες στο πρώτο καφέ που βρέθηκε στο δρόμο σου και αφού παρήγγειλες βρήκες την πρώτη ελεύθερη γωνιά και κούρνιασες. Το μυαλό σου επαναστάτησε και ξεκίνησε δειλά να δουλεύει . Πήγε πίσω και πίσω και μετά από αρκετή ώρα έφτασε σε μια αρχή. Η μία άκρη ενός νήματος από καιρό ξεχασμένη στο βυθό των αναμνήσεων. Εκεί λοιπό σε περίμενε ο παιδικός σου εαυτός. Γεμάτος όνειρα και αντιδράσεις. Για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτό ήταν το σύνθημα και μόλις το ανακάλεσες δεν άντεξες και χαμογέλασες. Ναι, πλέον σου φαινόταν τόσο ανεδαφικό και ουτοπικό όσο σου φώναζαν οι κατά καιρούς κηδεμόνες της ζωής σου. Πότε όμως έφτασες στο σημείο να ενηλικιωθείς; Πότε σταμάτησες να τους ακούς;
Όχι για άλλο λόγο παρά διότι απλά είχες ενστερνιστεί πλήρως τα διδάγματα.
Το μυαλό σου σε πήγε λίγο μπροστά. Είχες κουρέψει το μαλλί και η κιθάρα σου ήταν πλέον ελαφρώς σκονισμένη από την έλλειψη χρόνου που η κοινωνικοποίηση σου είχε δημιουργήσει. Έστεκες λοιπόν σαν άλλος Ηρακλής ανάμεσα σε δύο δρόμους. Της Αρετής και της Κακίας. Η ζωή έπαιξε με τις αντοχές και τις αντιστάσεις σου και εσύ έχασες. Δεν το καταλάβαινες διότι η ήττα αυτή έξυπνα σου είχε παρουσιαστεί γεμάτη πλεονεκτήματα και έτσι εθελούσια την μπέρδεψες με αυτό που ποθούσες. Είδες τον εαυτό σου να φορά  την θηλιά της ματαιοδοξίας και να υπόκειται κάθε στιγμή σε ένα κίνδυνο τόσο μοναδικό. Ένα απλό στραβοπάτημα και θα μπορούσες να σκοτώσεις ο ίδιος από άγνοια ή αμέλεια τον εαυτό σου, αφήνοντας το είδωλο στον καθρέφτη κενό από ψυχή και συναισθήματα. Και το έκανες !! Αντικατέστησες επικίνδυνες λέξεις όπως  θέλω, αλλαγη, εξέλιξη με πιο σταθερές και σίγουρες. Πρέπει, αδύνατο, επιβίωση. Έτσι πορεύτηκες για καιρό και τώρα πίνοντας τον καφέ σου, χαμένος σε μια γωνιά, γεύεσαι την στυφή γεύση της συγκατάβασης. Μια γεύση που μόνο αηδία και αποστροφή σου δημιουργεί βλέποντας μια πορεία πουλημένη για φτηνό και ανούσιο αντίτιμο.
Έπαιξες την κασέτα από την αρχή και σταμάτησες μπροστά σε αυτό το σταυροδρόμι που σε έκανε να χαθείς . Από τη μια η αλήθεια και η αποδοχή (κυρίως των συναισθημάτων) και από την άλλη η βίαιη σύγκρουση με το παρελθόν και ένα τεράστιο " δεν θέλω άλλο ". Τότε με την πληγή ανοιχτή και την καρδιά ξεριζωμένη δεν έκανες πολύ ώρα να αποφασίσεις. Έπρεπε να σταματήσεις να πονάς και η επιλογή ήταν μονόδρομος. Σήμερα όμως που η πληγή έχει κλείσει και το σημάδι έχει μικρύνει τόσο ώστε να είναι αρκετά δυσδιάκριτο, ξέρεις ότι έκανες λάθος. Η ζωή σε βοήθησε να ωριμάσεις όσο χρειάζεται ώστε να είσαι ικανός να  το παραδεχθείς.
Όμως δεν καταλαβαίνεις. Γιατί τώρα και γιατί αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα;
Πως γίνεται μια και μόνο λέξη να σε κάνει να σταματήσεις την ζωή σου και να κοιτάξεις στα μάτια την ψυχή που καιρό τώρα θεωρούσες νεκρή ;
Οδοιπόρε, είπες λίγο ειρωνικά, βγαίνοντας από το καφέ και συναντώντας τα μάτια σου στην βιτρίνα του απέναντι μαγαζιού. Οδοιπόρε το νου σου ! χάθηκες ...
Έβαλες τα χέρια στις τσέπες και ξεκίνησες να περπατάς αργά και λίγο νωχελικά. Όμως μέσα σου, στο μυαλό σου, ο λογισμός σου έτρεχε γρήγορα και δυστυχώς δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο.
Οδοιπόρε μου, σε φώναζε εκείνη και αυτό το "μου " πόσο πολύ τα άλλαζε όλα. Ένιωθες με έναν περίεργο τρόπο ο πιο σωστός και ποθητός άντρας και αυτό σου δημιουργούσε απέραντη ευτυχία. Όταν αυτά τα τρία γράμματα σταμάτησαν να σε ακολουθούν, τότε ήταν που έγινε η ζημιά. Παραδόθηκες στον πόνο και από εκεί στο τίποτα. Πέρασε αρκετός καιρός περιμένοντας και ελπίζοντας σε ένα θαύμα, ώσπου απογοητεύτηκες τόσο που τα παράτησες και τελικά συμβιβάστηκες. Τόσες φωνές, είπες ένα βράδυ, λένε το ίδιο. Δεν μπορεί να κάνουν λάθος. Τώρα πια ξέρεις ότι οι περισσότερες καρδιές δεν έχουν το ταλέντο να μπορούν να αγαπήσουν γιατί ποτέ δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από αυτό που η μετριότητα προστάζει. Ναι, τελικά  είχαν άδικο και εσύ το ένιωσες όταν ξανακοίταξες τα μάτια της και ενέδωσες, σαν να ήταν πρώτη φορά, στην χάρη και στην ομορφιά της.
Ήταν περιτριγυρισμένη από κόσμο και εσύ, τι ειρωνία, έβλεπες μόνο ένα άσπρο πέπλο να καλύπτει τα πάντα. Τα πάντα εκτός από τα μάτια της. Οδοιπόρε, σου είπε και η φωνή της σε απογείωσε σε έναν άλλο κόσμο. Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος. Ένα απειροελάχιστο ανοιγόκλεισμα των ματιών σου ήταν αρκετό ώστε να την χάσεις. Έτρεξες ανάμεσα στο πλήθος αλλά μάταια. Την είχες χάσει ξανά και όφειλες να το παραδεχθείς.
Ξύπνησες με τα μάτια υγρά και τα χείλια ακόμα νωπά από εκείνη την στυφή γεύση της συγκατάβασης. Σηκώθηκες και πήγες στο μπάνιο. Έριξες λίγο νερό στο πρόσωπό σου και την στιγμή που σήκωσες τα μάτια σου στον καθρέφτη πάγωσες. Ήταν εκεί γραμμένο με κραγιόν να σε προκαλεί και να σε παρακαλεί ταυτόχρονα να θυμηθείς.
Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος. Το μονοπάτι σου πάντα το χαράζεις εσύ ...

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Μικρές αφίξεις


Γεμάτη όνειρα κατέβηκες από το αεροπλάνο. Δεκαοκτώ σκαλοπάτια. Κατεβαίνοντας τα μέτρησες ένα ένα και από μέσα σου φώναζες γεμάτη χαρά και προσμονή μια φράση, συνεχώς η ίδια, έφτασα, είμαι πλέον εδώ.
Στο λεωφορείο προς το αεροδρόμιο και τις αποσκευές σου η φωνή παρέμεινε ζωντανή και δυνατή, να αντηχεί στα αφτιά σου και από εκεί παντού. Έφτασα.
Στα μάτια των υπαλλήλων στον έλεγχο διαβατηρίων ένιωσες το πρώτο καλώς όρισες. Όμως δεν ήταν αυτό που χρειαζόσουν και έτσι το άφησες να σε διαπεράσει και να συνεχίσει την πορεία του παραπίσω, στον επόμενο επιβάτη.
Ο χώρος του αεροδρομίου για ακόμα μία φορά σου φάνηκε γιορτινός. Έτσι φωτισμένος και με όλους αυτούς τους ανθρώπους να αγκαλιάζονται και να χαμογελούν με την άφιξη των δικών τους αγαπημένων προσώπων, είχε μια εορταστική δόνηση που σχεδόν αμέσως σε ανάγκασε να εναρμονιστείς μαζί της και στο αποτέλεσμα να χαμογελάσεις .
Βέβαια για να υπάρχει ισορροπία και να μπορούν τα συναισθήματα και οι καταστάσεις να είναι σε μια τάξη, το αεροδρόμιο ακριβώς στον πάνω όροφο είχε μια ακόμα αίθουσα, εκείνη των αναχωρήσεων. Εκεί που οι άνθρωποι αγκαλιάζονται και κλαίνε. Ποτέ δεν κατάλαβες γιατί αυτό κάνει τον αποχωρισμό πιο εύκολο και για ποιόν. Για εκείνον που φεύγει ή εκείνον που μένει;
Όμως σήμερα δεν πολύ ασχολείσαι με αυτό. Μόλις ήρθες και είναι μέρα χαράς. Δεν σε περιμένει κανείς να σου δώσει το καλώς όρισες, όμως είναι κάτι που δεν σε ενοχλεί. Έχεις παρέα τα όνειρα σου και σου αρκεί. Γιαυτό ακριβώς το λόγο στο λεωφορείο άφησες δυο θέσεις κενές. Μία για τα όνειρα και μία για τον ενθουσιασμό σου, δίπλα δίπλα. Κάθισες αναπαυτικά και άφησες τη ματιά σου να κατακλυστεί από πολλές καινούργιες εικόνες. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Ένα συντριβάνι, ένα πάρκο, μία διάβαση πεζών και από πάνω τα σύννεφα να τρέχουν στο δικό τους χρόνο σχηματίζοντας εικόνες που η άμεση ανάγκη και η επιθυμία έκαναν συγκεκριμένες.
Μετά από αρκετή ώρα τελικά έφτασες. Είχες σημειώσει τη διεύθυνση στο μπλοκάκι σου και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να χαθείς ή να κάνεις λάθος. Άνοιξες την πόρτα και με μία προσποιητή ευγένεια άφησες πρώτα τις ελπίδες, τα όνειρα και τον ενθουσιασμό σου να περάσουν. Ειδικά ο τελευταίος, έτσι ψηλός και κοντοκουρεμένος με το κουστούμι του και την κάπα του, προσέδιδε μία επισημότητα.
Άφησες τη βαλίτσα και βιάστηκες να ανοίξεις το παράθυρο. Ένας μικρός αναστεναγμός σου ξέφυγε ικανός  παρά το μέγεθος του να σε αναγκάσει να σκεφτείς. Και τώρα τι ;
Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που σου ήρθε όταν επέστρεψες τη ματιά σου από το παράθυρο και τον ανοιχτό ορίζοντα στο δωμάτιο με το φτηνό διπλό κρεβάτι και την συρταριέρα που ήξερες ότι δεν θα γέμιζες, όσο και αν ήθελες .
Όλα θα πάνε καλά σου φώναξαν οι ελπίδες και ο ενθουσιασμός σου έκλεισε το μάτι. Εκείνο το πρώτο βράδυ ουσιαστικά δεν κοιμήθηκες. Στριφογυρνούσες και παραδινόσουν στη μάχη που όπως ήταν λογικό είχε ξεκινήσει ανάμεσα στα θέλω σου και τις ανασφάλειες, που όσο και αν νόμιζες ότι είχες νικήσει σε εκείνη τη μάχη με τη φυγή, είχαν με κάποιο τρόπο τρυπώσει λαθρεπιβάτες στο ταξίδι προς το καινούργιο και τώρα βιάζονταν πιεζόμενες από την προσμονή να βγουν από την κρυψώνα τους. Σε αιφνιδίασαν, αυτή είναι η αλήθεια και την επόμενη μέρα σε προβλημάτισαν.
Τα πρώτα τηλεφωνήματα ήταν αδιέξοδα και είχες τόσο πολύ βασιστεί σε αυτά.
Προς στιγμήν ένιωσες παιδί και αυτό πέρα από στεναχώρια σε γέμισε και με πανικό. Είχες φτιάξει ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης και τώρα έβλεπες ότι θα μπορούσε να είναι πολύ πιο σωστά δομημένο. Του έλειπε κάτι βασικό, οι εναλλακτικές λύσεις...
Δεν είχες και έτσι πέρασαν μόλις τέσσερις ημέρες πριν απελπιστείς. Συνήθως όταν αισθανόσουν έτσι έτρεχες στη μαμά σου. Εκείνη σε έπαιρνε στην αγκαλιά της και σου χάιδευε τα μαλλιά. Μην ανησυχείς σου έλεγε. Οι πριγκίπισσες δεν ανησυχούν. Σου χαμογελούσε και ηρεμούσες. Τώρα όμως χωρίς αγκαλιά και χωρίς ψέματα άντεξες περίπου άλλες τόσες ημέρες πριν παραδοθείς και αρχίσεις να διευρύνεις τα όρια. Ξεπούλημα θα το ονομάτιζε κάποιος κακοπροαίρετος και πιθανότατα θα είχε δίκιο.
Μάζεψες λοιπόν τα όνειρα, τις αντοχές και τις ενοχές σου, τις έβαλες όλες μαζί σε ένα κουτί και στον πρώτο που βρέθηκε μπροστά σου, ξεδιάντροπα του το πρότεινες με σκυμμένο κεφάλι ψελλίζοντας σ` αγαπώ.
Μην ανησυχείς δεν θα σε κατηγορήσει κανείς για αυτό. Ήταν αναμενόμενο να γίνει από τη στιγμή που η φυγή σου σε κατέκλυσε και σε ώθησε να δημιουργήσεις την ψευδαίσθηση του ενθουσιασμού. Μία ψευδαίσθηση που όπως έκπληκτη παρατήρησες, εξανεμίστηκε την πρώτη στιγμή που βρήκε κάποιο εμπόδιο.
Το ταξίδι ανέκαθεν υπήρξε θελκτικό για την ψυχή. Παιδικά όμως, χωρίς σκέψη και κυρίως χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Το βλέμμα σου βάρυνε και τα όνειρα σου κάπως μίκρυναν. Ο μικρός αναστεναγμός έγινε μεταμεσονύκτια αϋπνία και περίπου τότε οι μοίρες σε λυπήθηκαν και σου έριξαν σωσίβιο την ώρα που παραδομένη στη φουρτουνιασμένη θάλασσα ήσουν έτοιμη να αφήσεις την ψυχή σου να αποδεχτεί το αναπόφευκτο και να χαθεί στα βάθη της θάλασσας που οι σοφοί ονομάζουν αποτυχία. Είχες τζογάρει και είχες χάσει. Παρά τρίχα, έλεγες στον εαυτό σου για να το κάνεις πιο ευπαρουσίαστο, όμως είχες χάσει...
Και τότε ήρθε. Η προσφορά περίεργη, έξω από τα δικά σου σχέδια και δεδομένα. Αρχικά χάρηκες, όμως και εσύ σαν τον ναυαγό που περιμένοντας τόσο καιρό το πλοίο, όταν το δει πράγματι να πλησιάζει συνήθως αναθαρρεί και βγάζει στην επιφάνεια τον εγωισμό του νιώθοντας την ανάγκη να πει "τα κατάφερα " πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα ισοφαρίσει την αποτυχία .
Παιδί κοιμήθηκες, παιδί ξύπνησες δυστυχώς και ο απέναντι άνθρωπος δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτή σου την επίθεση. Τον έστησες απέναντι και από τα δώδεκα βήματα άρχισες να πυροβολείς για τα άσχημα της ζωής σου. Άσχημα και αρνητικά βέβαια πάντα μέσα από την δική σου οπτική. Την οπτική του παιδιού. Ενός ανθρώπου χωρίς πείρα που η υπομονή αποτελεί λέξη στα λεξικά και τις κούφιες εκφράσεις που παπαγαλίζει προσπαθώντας να χωρέσει πίσω από τη μάσκα που η μικροπρέπεια και η ανυπομονησία τον ώθησαν να φορέσει.
Έτσι λοιπόν πάνω στη σχεδία σου, νηστική και κουρασμένη, αντί να ανέβεις στο πλοίο παρέμεινες και ξεκίνησες με στόμφο να προσπαθείς να επιβάλεις την ανωτερότητα σου η οποία θα έπρεπε να τεθεί ως βάση ώστε να αποδεχθείς να κάνεις την τιμή σε όλους αυτούς που βρίσκονταν πάνω στο πλοίο και να τους συναναστραφεις. Δεν καταλάβαινες τη θέση σου, κανένα παιδί δυστυχώς δεν την καταλαβαίνει.
Ο καπετάνιος γέλασε με αυτή σου την συμπεριφορά και συνηθισμένος σε τέτοιες καταστάσεις δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα. Κουνώντας συναινετικά το κεφάλι σε άφησε να ανέβεις, αφήνοντας σε να πιστεύεις ότι αυτό θα πιστωνόταν ως προσωπική σου νίκη.
Λίγες μέρες αργότερα και αφού είχες φάει και κοιμηθεί, έβγαλες ξανά στην επιφάνεια όλο το φάσμα της παιδικότητας σου. Ήθελες να προκαλέσεις το θαυμασμό και να τραφείς, όμως δυστυχώς απλά μεγιστοποίησες την ήδη υπάρχουσα αντιπάθεια. Τίποτα σε τούτη τη ζωή δεν χαρίζεται και εσύ ήσουν η μόνη που δεν το γνώριζε.
Σε κατέβασαν στο πρώτο λιμάνι και δυστυχώς δεν άκουσες ούτε ένα αντίο. Ούτε μια ευχή για καλή τύχη. Ο καπετάνιος στην κουπαστή κουνούσε το κεφάλι του απογοητευμένος από την απάθεια σου και την έλλειψη κατανόησης.
Εσύ πάλι χορτάτη και σίγουρη ξεκίνησες να περπατάς γεμάτη όνειρα και ελπίδες και ενθουσιασμό για αυτό το καινούργιο λιμάνι αφήνοντας τα αφτιά σου να γεμίζουν από ένα έφτασα, είμαι πλέον εδώ. Τουλάχιστον για σήμερα...

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Διλήμματα


Σε ρώτησε αλλάζοντας συζήτηση και έμεινες για κάποιες στιγμές μετέωρος προσπαθώντας να ακολουθήσεις αυτό το τόσο παράξενο νοητικό άλμα. Η ερώτηση αυτή σε αποσυντόνισε τόσο ώστε να ξεχάσεις όλα τα προηγούμενα και να επικεντρωθείς εκ νέου σε έναν προβληματισμό που συχνά πυκνά σε κρατά ξύπνιο και σε ενεργοποιεί τις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να αφήνεις τη φύση να ησυχάζει και να επαναπροσδιορίζεται.
Σε ρώτησε και ήταν απόγευμα και Τρίτη. Όμως εσύ για έναν αδιευκρίνιστο λόγο έφυγες και επέστρεψες σε ένα βράδυ Σαββάτου πολλά χρόνια πριν.
Να έχεις ή να είσαι;  Εκείνη σε είχε ρωτήσει πρώτη φορά. Καλοκαίρι, δίπλα στη θάλασσα μετά από τα πρώτα άγουρα φιλιά σας. Και εσύ παιδικά τότε και αυθόρμητα είχες απαντήσει να έχω.
Επανήλθες στο σήμερα όμως έχεις σταματήσει από καιρό να είσαι παιδί και αυτό το να έχω που κατάφερε να μεταφερθεί μαζί σου, σου ακούστηκε πλέον πολύ ξένο.
Πόσο μακρινό φαντάζει το χθες όταν προσπαθεί να ανασύρει από το πηγάδι της μνήμης πράγματα με τα οποία σήμερα δεν έχουμε ή δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση;
Έμεινες λοιπόν σιωπηλός. Τόσο όσο χρειάστηκε για να μπορέσει ο συνομιλητής σου να ξεκινήσει έναν ακόμα δικό του μονόλογο. Ευλογημένο θα τον χαρακτήριζες, διότι έτσι μπόρεσες να χαθείς στη δική σου σιωπή κρεμώντας στην εξώπορτα μία ταμπέλα ΄΄σε ακούω με μεγάλη προσοχή΄΄ πού όμως εννοούσε ΄΄επιστρέφω σε λίγο΄΄.
Να έχεις ή να είσαι ;
Άφησες ξανά το μυαλό σου να φύγει μέσα στο χώρο των αναμνήσεων και σταμάτησες λίγα χρόνια αργότερα από εκείνο το να έχω. Τα μάτια είχαν αλλάξει, εσύ είχες αλλάξει και η ζωή σε είχε ήδη διδάξει ότι όλα τα μάτια είναι ίδια αρκεί να σου επιτρέπουν να μπορείς να καθρεφτίζεις μέσα τους αυτό που θέλεις να είσαι.
Να είμαι, απάντησες εξίσου αυθόρμητα. Ήταν η περίοδος που ο καθένας επαναπροσδιορίζεται ξεμπερδεύοντας μια για πάντα το δεξιά από το αριστερά. Για εσένα το αριστερά ήταν για κάποιο λόγο πιο θελκτικό. Όμορφα, μεγάλα λόγια για αξίες, νοήματα, επαναστάσεις και αλλαγές. Ποια νέα καρδιά δεν λαχταρά αλλαγές;
Από εκείνη την περίοδο σου έμειναν και δύο λόγια ποιητικά που η μνήμη ανέσυρε ξαφνικά και σε έκαναν να χαμογελάσεις, αφήνοντας τα ρουθούνια σου να γεμίσουν με αυτό το τόσο μοναδικό άρωμα της νοσταλγίας.
''Συντροφεύοντας τη μοναξιά ενός ανθρώπου που φωνάζω εγώ , χάθηκα πάλι σε μια άβυσσο του είμαι''.
Ο συνομιλητής σου εξακολουθούσε να μιλά και εσύ που και που μούγκριζες χαμηλόφωνα δείχνοντας έτσι την παρουσία σου και την συμφωνία σου. 'Αλλωστε αυτό το ταξίδι μέσα στον κόσμο των αναμνήσεων σου δεν θα μπορούσε να διακοπεί.
Να είμαι σε έναν κόσμο που έχει. Αυτό προσπάθησες για καιρό και τελικά αυτή η παραδοξότητα σε κατέβαλε τόσο, όσο χρειαζόταν για να κατανοήσεις τον παραλογισμό της. Ήταν ένα πρωί κάποιου Γενάρη όταν πήρες την απόφαση και άφησες πίσω σου τα λόγια. Μαζί με αυτά άφησες πίσω και ένα ζευγάρι μάτια και λίγο σου στοίχισε, όμως δεν μπόρεσε να αλλοιώσει αυτή την ανάγκη που έγινε κίνηση και σκοπός. Έτσι ξεκίνησες καινούργιο ταξίδι και το εισιτήριο έγραφε με μεγάλα γράμματα Θα έχω για να είμαι. Έτσι είπες και πείσμωσες. Την ήθελες αυτή την επιτυχία. Ήταν η εποχή που έπρεπε να προσδιοριστείς μέσα από κάτι. Αυτό ένιωσες, αυτό κυνήγησες και έτσι ξεκίνησες να έχεις.
Η επιτυχία ήρθε και μαζί της έφερε περηφάνια αλλά και έπαρση και όπως πάντα μια παραπάνω αντίληψη του είμαι από εκείνη που χρειαζόσουν και μπορούσες να διαχειριστείς. Δεν το πολυκαταλάβαινες τότε, γελάς όμως τώρα. Τόση παιδικότητα, τόση άγνοια κινδύνου...
Μέχρι εκείνο το πρωί που ξέσπασε η πυρκαγιά θεωρούσες ότι τα πάντα είναι καλά και σωστά. Είχες βολευτεί και έτσι αυτή η πυρκαγιά που έκαψε ολοσχερώς τις αποθήκες της ηθικής της δικής σου αλλά και της κοινωνίας  σε αποσυντόνισε. Δεν κατάλαβες από που ήρθε και σίγουρα δεν θα μπορούσες να κάνεις και κάτι. Ώρες αργότερα περιφέροντας τον εαυτό σου ανάμεσα στα καμμένα έχω σου , κατάλαβες ότι και αυτή η οπτική έχει τα λάθη της.
Να έχεις ή να είσαι ;
Ο συνομιλητής σου σε επανέφερε στην πραγματικότητα. Είχες τόσο απορροφηθεί μέσα σε αυτή τη ζέστη που η ανάμνηση σου δημιούργησε, ώστε σου πήρε λίγο χρόνο να επανέλθεις. Τον κοίταξες στα μάτια και του χαμογέλασες. Αυτός ο τοίχος που υψώθηκε από το τότε έως τα μάτια του σου φάνηκε τόσο ανυπέρβλητος που σε έκανε να αναστενάξεις. Τον αποχαιρέτησες σχεδόν ακαριαία και κατάφερες να βγάλεις μόνο ένα δεν ξέρω.
Μπήκες στο τρένο και άφησες το μυαλό σου να συνεχίσει το δικό του σχεδόν αυτόνομο ταξίδι στο χρόνο και τις αναμνήσεις.
Έχω! Όμως τι έχω αναρωτήθηκες σχεδόν ακαριαία. Έχω αντικείμενα, έχω όνομα, υπόσταση, παρελθόν και αν είμαι τυχερός έχω και όνειρα. Έχω όμως και τις ατέλειες μου. Έχω ανασφάλειες και φόβους. Έχω αυταπάτες και εγωισμό. Συναισθήματα όμως από την άλλη μικρά και φτηνά, όταν έχω χρήμα.  Όταν έχω εξουσία μέσα από αυτό και με αυτή την εξουσία νιώθω ασφαλής.
Είναι περίεργο αλλά όπως κινείται αυτό το τρένο και οι σκέψεις σου έχουν συντονιστεί με την ταχύτητα του, σκέφτεσαι για ώρα και τελικά καταλήγεις να νιώσεις ότι δεν έχεις τίποτα πέρα από την αντίληψη της εικόνας του έχω. Μέσα από την στενή οπτική του κατ-έχω.Όμως όταν το έχω αλλάζει και γίνεται αντ-έχω ή παρ-έχω ;
Χαμογελάς, έχεις την απάντηση αλλά επιλέγεις ξανά την σιωπή. Η ζωή μπορεί και έχει την δύναμη να μας διδάξει τελικά μέσα από δυο τρία γράμματα  με τον πιο ξεκάθαρο και κατανοητό τρόπο τι σημαίνει ειρωνία. Έχω - αντ έχω.
Ένα κελάρι τα υπάρχοντα μας με ακριβά κρασιά. Κατεβαίνουμε σπάνια για να τα χαρούμε και δυστυχώς τα βρίσκουμε πάντα σκονισμένα και ανέτοιμα. Πάντα θα χρειάζονται λίγο ακόμα χρόνο. Όμως έχω ...
Το τρένο έφτασε στο τέρμα και η φυγόκεντρος πέταξε τις σκέψεις σου έξω από το βαγόνι και από εκεί αντανακλαστικά στο δρόμο. Ξεκίνησες να περπατάς χωρίς προορισμό. Έχει βραδιάσει και εσύ παλεύεις με τα στοιχεία της φύσης. Αέρας, Γη, Νερό και μια φωτιά που σιγοκαίει από ώρα. Αναδύθηκες από το περίεργο αυτό πηγάδι των αναμνήσεων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές σταμάτησαν να σε καίνε.
Είχες ξεχάσει. Πώς είναι δυνατόν να είχες ξεχάσει;
Μεγαλόσχημα ορκιζόσουν ότι δεν θα ξεχνούσες ποτέ. Και αυτά τα μάτια οπλίζονταν με κατανόηση και σε δικαιολογούσαν.΄Ήξεραν ότι αναπόφευκτα θα ξεχαστούν. Όμως κολακεύονταν τόσο πολύ από το πάθος σου.
Ήταν η όμορφη περίοδος του είμαι. Τόσο όμορφη και τόσο αθώα. Νόμιζες αλήθεια ότι οι λέξεις είχαν δύναμη και ήσουν ονειροπόλος. Είμαι αυτός που θα αλλάξει τον κόσμο, έλεγες και το πίστευες. Όμως έτερον ουδέν. Είμαι έλεγες και έμενες στον προσδιορισμό. Είμαι τα όνειρα μου, είμαι οι αντοχές μου, είμαι οι σκέψεις και οι στοχασμοί μου. Είμαι αθάνατος μα και φθαρτός. Είμαι θνητός και ταυτόχρονα αιώνιος. Είμαι...
Πόσο φούντωσε αυτή η φλόγα μέσα σου, ακούγοντας την φωνή της αθωότητας σου να αναπαραγάγει με την ίδια ορμή λόγια και συναισθήματα θεωρητικά από καιρό παραδωμένα στη λήθη του παρελθόντος. Η φλόγα έγινε πυρκαγιά και η σκέψη σου χωρίς να σε ρωτήσει αυτονομήθηκε και σε ανάγκασε να ζήσεις τα αποκαίδια του Έχω. Όλα αυτά τα υπάρχοντα που σε προσδιόριζαν τόσο καιρό και που με κόπο πολύ είχες αποκτήσει. Πλέον είχαν χαθεί αφήνοντας πίσω μόνο στάχτη και συμπόνια. Το συναίσθημα του τρόμου που είχες βιώσει θα το θυμάσαι εσαεί. Τώρα ποιος είμαι,  αναρωτήθηκες και για λίγο βρέθηκες για πρώτη φορά, ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα. Σε έναν κόσμο του Έχω, εσύ το μόνο που πλέον μπορούσες να δείξεις ως υπάρχον ήταν στάχτες...
Όμως για αυτή τη στιγμή θα είσαι πάντα ευγνώμων στην μοίρα που σε ανάγκασε να την ζήσεις. Μέσα από εκείνα τα λίγα λεπτά ανυπαρξίας, κατάλαβες τα ρήματα και την κρυφή τους σημασία. Μπορεί να κάηκαν τα έχω σου αλλά ποτέ δεν ήταν, άσχετα αν μπορούσες να το κατανοήσεις, κάτι περισσότερο από απλές αντανακλάσεις του είναι σου.Μίας πραγματικότητας που ούτε καίγεται, ούτε χάνεται. Βρίσκεται πάντα εκεί να τρέφεται από τις πράξεις μας και να γελά με τις θεωρίες μας.
Να έχεις ή να είσαι ;
Η φωνή του συνομιλητή σου μακρινή σε ανάγκασε να διακόψεις το ταξίδι σου και άρχισες να νιώθεις μία δίνη να σε ρουφά. Στην αρχή σιγά και με κατανόηση και σταδιακά με μία σφοδρότητα που σε έκανε να νιώσεις έντονη την επιθυμία να αφήσεις τα μάτια σου κλειστά. Δεν το έκανες όμως....
Περπάτησες προς τα πίσω, σε ρούφηξε ο σταθμός, το τρένο, το μαγαζί και το αντίο που είδες να σβήνεται γράμμα γράμμα ώσπου σταθεροποιήθηκες ακριβώς απέναντι τού. Έψαξες τα μάτια του και χαμογέλασες. Ο συνομιλητής σου έστεκε εκεί και μέσα από τον καθρέφτη, σου το ανταπέδωσε.
Ποτέ δεν έφυγες. Το σώμα σου παρέμεινε καθηλωμένο μπροστά στον νιπτήρα και το βλέμμα σου άφησες να χαθεί στα μάτια του.
Η ψυχή σου έφυγε και επιστρέφοντας έφερε μαζί της τα νέα της νίκης που για όσους ξέρουν να διαβάζουν είναι γραμμένα με πολύχρωμους μαρκαδόρους πάνω στο χαμόγελο σου.
Να έχω αυτό που είμαι. Το είπες και ακούστηκε σαν σιωπή μετά τον οργασμό.
Τόσο λυτρωτικό και τόσο τέλειο.
Να το κατ-έχω είπες στον συνομιλητή σου χαμογελώντας και να το αντ-έχω. Εκείνος σου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά και το χαμόγελο έγινε πλατύτερο.
Για να θέλω να είμαι, είπε και ξεκίνησε να απομακρύνεται...

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Παραδίδεσαι


Παραδίδεσαι και χάνεσαι και απόψε. Λίγο το σκοτάδι, λίγο η μοναξιά που πρέπει να ξορκίσεις και λίγο η ματαιοδοξία σου που καλύπτεται από τα αδιάκριτα βλέμματα στη διαδρομή προς την ικανοποίηση και έτσι και πάλι χαμογελάς.
Ώρες πριν χαμένη στην ψηφιακή σου περσόνα δεν έβρισκες κανένα λόγο. Τώρα να που βρέθηκε και έχει και δύσκολο όνομα, θελκτικότητα. Έμαθες να την προφέρεις αρχικά και στην πορεία θέλοντας και μη για να γίνεσαι και πιο πιστευτή όταν ο ήχος σκέπαζε τη φωνή σου, έμαθες και να την γράφεις.
Καθισμένη λοιπόν σταυροπόδι σε μια γωνιά που και απόψε δυστυχώς σε οδήγησε η ανάγκη, αναμετριέσαι με τις αντοχές σου που πεισματικά παραμένουν κολλημένες στον πάτο του ποτηριού σου.
Θυμάσαι τότε που όλο αυτό λεγόταν επιθυμία και για δευτερόλεπτα αντιδράς. Τόσο διαρκεί πλέον η εναντίωση σου. Μερικά δευτερόλεπτα και μετά επιστρέφεις στις εικόνες που σε αφήνουν ήσυχη και προσδιορισμένη. Όμως να, απόψε κάτι σε ενοχλεί. Δεν καταλαβαίνεις τι και αυτό είναι το χειρότερο.
Τα βλέμματα είναι διαφορετικά. Ο χορός έχει αλλάξει και εσύ ακόμα πασαλείβεσαι με κραγιόν όπως πάντα, μην μπορώντας να κατανοήσεις ότι το άγχος είναι συγκαλυμμένος εγωισμός που όσο δεν εκφράζεται τόσο σε τρώει και σε τραβάει σε άλλες ατραπούς .
Ατραπούς γεμάτες υποκοριστικά και υποσχέσεις. Χωρίς όμως ουσία και κίνητρο.
Και συνεχίζεις το αποψινό σου μονόπρακτο και η μουσική πλέον τόσο άγνωστη που σχεδόν σε ερεθίζει μέσα από την απόσταση  που δημιουργεί ανάμεσα σε εσένα και το κορμί σου που πάλλεται σε  ένα ρυθμό τόσο πρωτόγνωρο.
Κλείνεις τα μάτια και αφήνεις τους μηρούς σου να δημιουργήσουν τις παραινέσεις που θα πρέπει να γνωρίζει, όποιος υποτασσόμενος στη μοίρα, θα θελήσει γυμνός να περάσει τις δικές σου στήλες σε αυτή τη μύηση της ζωής και την ανάγκης.
Όμως εξακολουθεί να σε δεσμεύει και το νιώθεις. Τα δάκρυα στα κλειστά σου από ώρα μάτια δίνουν μια ιδέα σε όποιον δεν μπορεί να δει παραπέρα.
Παραδίδεσαι, το αποψινό σου ταξίδι εκεί καταλήγει. Σε μία παράδοση και δυστυχώς άνευ όρων, πιεσμένη κάτω από το βάρος των αναγκών σου.
Αυτό είναι που σε ενοχλεί. Επιτέλους το προσδιόρισες.
Παραδίδομαι φωνάζεις και αυτή η κραυγή χάνεται μέσα στη μουσική που χωρίς να σε ρωτήσει έχει διεισδύσει εως το κέντρο των σκέψεων σου και σε τσιγκλάει.
Παραδίδομαι φωνάζεις ξανά και κοιτάς το διπλανό σου με την ανάγκη να ζωγραφίζεται πλέον σχεδόν ανήθικα στα μουτζουρωμένα σου μάτια. Αυτός τυφλωμένος από τις δικές του ανάγκες βλέπει μόνο την ευκαιρία να ξεκουράσει κάπου την έξαψη που το σώμα του δημιουργεί καθώς παρατηρεί τους μηρούς σου που αυτονομημένοι χορεύουν παρακαλώντας για πράξη, για κάποια οποιαδήποτε αντίδραση.
Παραδίδομαι φωνάζεις ακόμα πιο δυνατά κάνοντας αυτή την κραυγή πιστεύω και σημαία.
Την αφήνεις να σε προσδιορίσει και να δώσει γενικό τίτλο στην μοναξιά που η ψυχή σου βιώνει άχρονα και δυστυχώς πλέον αβάσταχτα. Τα βλέμματα γύρω σου όμως έχουν μια μικρή ακτίνα δράσης. Τα αφτιά τους γεμίζουν από τις δικές τους κραυγές και στα μικρά κενά προτιμούν να βιώνουν τη δική τους σιωπή.
Αυτή η παράδοση λοιπόν αντί να σε λυτρώσει σε αφήνει ακόμα πιο μόνη και πλέον στέκεις στην άκρη με τα μάτια όμως ανοιχτά. Το κραγιόν σου έχει φύγει από ώρα και οι μηροί σου επανήλθαν στην δική σου κατοχή.
Αφημένη στην ματαιοδοξία της γνώμης σου κοιτούσες ένα αύριο που ενώ σου υποσχόταν ότι θα είναι πολύχρωμο, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο πάντα το έκανες στο αποτέλεσμα να φαντάζει τόσο θαμπό και λίγο. Κοιτούσες χωρίς να βλέπεις και σε αυτό το βλέμμα ανήθικα άφηνες κρεμασμένη μια δόση κατανόησης. Τι μπορούσες όμως να πεις;
Με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό να αντανακλάσεις τον φόβο σου σε μια εικόνα που πάντα θα παραμένει έξω από εσένα και ελεύθερη;
Συνέχιζες να κοιτάς. Οι εικόνες επαναλαμβάνονταν και αυτή η ελευθερία εξακολουθούσε να σε ενοχλεί και να σε ζορίζει τις στιγμές που προσπαθούσες να προβάλεις το παιδί που έχεις μέσα σου. Όμως δεν σε ένοιαζε. Ποτέ πριν από την αποψινή βραδιά.
Επαναφέρεις ξανά στο νου σου την λέξη που με τόσο κόπο έμαθες να γράφεις και να σε προσδιορίζει. Θελκτικότητα.
Για ποιόν;αναρωτιέσαι, και ναι δεν είσαι περήφανη αλλά είναι η πρώτη φορά !!
Γιατί είναι πιο θελκτικό το κραγιόν στα χείλι από το χρώμα στα μάτια;
Αναρωτιέσαι και παρατηρείς και παραδίδεσαι και αναρωτιέσαι και πάλι. Ένας φαύλος κύκλος που σε ζορίζει όλο και περισσότερο.
Η μουσική παραμένει ξένη και χωρίς ακόμα να μπορείς να το κατανοήσεις οι άνθρωποι γύρω σου θα εξακολουθήσουν να υποχωρούν κάτω από το βάρος των δικών τους αναγκών.
Είναι το βάρος και η ευτυχία της άγνοιας. Μια άγνοια που όμως πλέον σε αφήνει μόνη. Αυτή η στιγμή που η ζωή σου έδωσε το μεγάλο δώρο να μπορέσεις να κατέλθεις στο βάθος της δικής σου συνείδησης, είναι αρκετή για να μετατοπίσει για πάντα το κέντρο βάρους της σκέψης σου.
Η μουσική σε λίγο θα σταματήσει όχι όμως και η ματαιοδοξία. Αυτή θα εξακολουθήσει να παραμένει ζωγραφισμένη στα χείλια της ανάγκης καθώς θα ξενυχτάει ψάχνοντας ταυτότητα και επιβεβαίωση.
Κάτω από το βάρος μιας μουσικής ξένης.
Κάτω από το βάρος της συνήθειας.
Κάτω από το βάρος της άγνοιας...