Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Σημάδια


Ήταν ξημερώματα όταν σήκωσες την κούπα με τον καφέ για να πιεις εκείνη την τελευταία γουλιά που υπομονετικά περίμενε από ώρα και έφτασε μόνο μια στιγμή να καθρεφτίσεις τα μάτια σου στην επιφάνεια της και έτσι να βυθιστείς σχεδόν αυτόματα σε έναν άλλο κόσμο.
Ο ήχος της ανάσας σου, την στιγμή που ξεφύσηξες, με έναν μαγικό τρόπο απλώθηκε γύρω σου και χρωμάτισε όλη την εικόνα. Τα πάντα απέκτησαν μια καινούργια λάμψη, και αν και παλιά και αρκετά χρησιμοποιημένα, αυτή η λάμψη είχε την δύναμη να τα κάνει να φαίνονται σαν καινούργια. Όλα εκτός από ένα μικρό κουτί με μια μικρή κλειδαριά σε σχήμα ερωτηματικού, που για κάποιο λόγο φαινόταν σαν να μάχεται απέναντι σε τούτη την αλλαγή με ένα πείσμα που σε εντυπωσίασε και σε ώθησε να το δεις ως κάτι παράταιρο.
Ξεκίνησες να περπατάς ανάμεσα σε τόσα αντικείμενα, που στοιβαγμένα με προσοχή μέσα σε κουτιά διαφορετικών χρωμάτων και σχημάτων, δημιουργούσαν νοητούς διαδρόμους και κατευθύνσεις. Αφού περπάτησες για ώρα ανάμεσα τους, μην μπορώντας να κατανοήσεις ακριβώς το πώς, κατέληξες ξανά μπροστά στο μοναδικό γκρι, παράταιρο κουτί.
Το κοίταξες από όλες τις γωνίες και πλευρές και εκτός από το χρώμα, τίποτα δεν πρόδιδε την διαφορετικότητα του. Το χρώμα και εκείνο το μεγάλο ερωτηματικό.
Αυτά διέγειραν την περιέργεια σου, όσο χρειαζόταν για να πάρεις την απόφαση και να επιχειρήσεις να το ανοίξεις. Το σχήμα της κλειδαριάς δεν άφηνε χώρο για παρανοήσεις και περαιτέρω σκέψεις. Χρειαζόσουν ένα κλειδί και δυστυχώς δεν είχες την παραμικρή ιδέα που να το αναζητήσεις.
Ο χρόνος ένιωσες σαν να είχε παγώσει και νιώθοντας τον προβληματισμό σου, να σε βοηθούσε σε αυτή την έρευνα που η ανάγκη σου ξεκινούσε, ώστε να καταφέρει να καλύψει την περιέργεια και την επιμονή σου. Δυο θηλυκά αρκετά ισχυρά για όσους γοητευμένοι από το βλέμμα τους, δεν είναι ικανοί να διακρίνουν την ασχήμια που κρύβουν οι πράξεις τους.
Κοίταξες γύρω σου και αυθόρμητα η πρώτη εντολή που σου ήρθε στο μυαλό σου φάνηκε και η σωστή. Ξεκίνησες λοιπόν από την πρώτη στοίβα στα αριστερά σου και ενώ αρχικά ξετύλιγες με υπομονή, πιστεύοντας ότι το κλειδί που χρειαζόσουν βρίσκεται εκεί, σχετικά γρήγορα επιτάχυνες το ρυθμό σου έως το σημείο εκείνο που τα χέρια, δουλεύοντας μηχανικά πλέον, είχαν ξεκινήσει να διαλύουν με μανία τα καλύμματα, αφήνοντας πίσω μόνο κουτιά και μόνο ένα χρώμα.
Το όμορφο αυτό μωσαϊκό που τα χρώματα δημιουργούσαν στο δωμάτιο, άρχισε να φθίνει και σαν ένα δάσος που καίγεται, να αφήνει πίσω μια γκρι, μονότονη εικόνα ως υπενθύμιση ή ίσως ανάμνηση του τι υπήρξε εκεί.
Είχες υποκύψει στον πειρασμό και η ενέργεια σου είχε πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση που πλέον ήταν αδύνατο να σταματήσεις. Τόσο γρήγορη και έντονη που αν και ο χρόνος παρέμενε απών, ένιωσες έντονα ότι διήρκεσε μερικές μόνο στιγμές.
Την στιγμή που έσκισες το τελευταίο χρωματιστό κάλυμμα, εκείνη τη στιγμή που το χαρτί έφυγε από τα χέρια σου, ακριβώς την στιγμή που ακούμπησε στο πάτωμα, ακριβώς εκείνη τη στιγμή μια εκτυφλωτική λάμψη κάλυψε τα πάντα και μερικές στιγμές αργότερα, όταν σαστισμένος ακόμα άνοιξες τα μάτια σου, το σκηνικό είχε αλλάξει.
Το δωμάτιο είχε γίνει πιο σκοτεινό. Τα άλλοτε πολύχρωμα κουτιά έστεκαν βουβά μέσα στην τωρινή τους ουδετερότητα έχοντας όλα πλέον ένα μεγάλο ερωτηματικό για κλειδαριά. Αυτό σε παραξένεψε, όμως το δέχτηκες μέσα σε μια γενικότερη αποδοχή της κατάστασης που το μυαλό σου, σαστισμένο και ουσιαστικά μουδιασμένο αφού αυτή η κατάληξη ήταν κάτι που δεν είχε σκεφτεί και έτσι δεν είχε προετοιμαστεί στο ελάχιστο, αποδέχτηκε ως κάτι φυσιολογικό.
Το σκέφτηκες λοιπόν και την στιγμή που η λέξη φυσιολογικό πέρασε από την οθόνη του μυαλού σου και την διάβασες σαν υπότιτλο σε μια ταινία που μέχρι τώρα παρακολουθούσες ως θεατής, με έναν παράξενο τρόπο γκρέμισε το πλαίσιο της οθόνης και βίαια σε πέρασε στην αντιπέρα όχθη του πρωταγωνιστή ο οποίος, ακούγοντας την μελαγχολική και μονότονη μελωδία ενός βιολιού που ξεκίνησε να γεμίζει το χώρο χωρίς όμως σαφή προσδιορισμό εκπομπής, έμεινε μερικές στιγμές στο κέντρο ενός δωματίου παρατηρώντας την οροφή να έχει ξεκινήσει αργά μια καθοδική πορεία προειδοποιώντας για τον επερχόμενο κίνδυνο μέσα από τις αιχμηρές απολήξεις των μαχαιριών που έστεκαν κρεμασμένα πάνω της και από την άλλη όλα τα κουτιά που προηγουμένως δημιουργούσαν μεγάλους διαδρόμους, τώρα να είναι συγκεντρωμένα σε στοίβες στις τέσσερις γωνίες του δωματίου.
Τις κοίταξες με περιέργεια μην μπορώντας να κατανοήσεις πως έγινε τούτη η αλλαγή μπροστά στα μάτια σου, χωρίς να μπορείς έχεις την δυνατότητα να την παρατηρήσεις σε οποιοδήποτε από τα στάδια αλλαγής και ήταν ακριβώς εκείνη την στιγμή που η κατάσταση εξελίχθηκε περαιτέρω πιέζοντας το μυαλό σου σε ατραπούς πρωτόγνωρες και αρκετά απαιτητικές.
Τα κουτιά στις γωνίες φωτίστηκαν, αποκαλύπτοντας μέσα από την γυάλινη πρόσοψη τους τέσσερις διαφορετικές φιγούρες. Ένα λιοντάρι, ένα φίδι, έναν αετό και ένα μυρμήγκι.
Η οροφή εξακολουθούσε να κινείται και την στιγμή που διαγράφοντας έναν ολόκληρο κύκλο, παρατηρώντας τις περίεργες αυτές φιγούρες, έφτασες ξανά στην αρχή, το γκρι κουτί που αρχικά σε είχε ενεργοποιήσει, βρισκόταν στα πόδια σου εξακολουθώντας να σε τροφοδοτεί με περιέργεια.
Ο χρόνος μέσα από τον ήχο του βιολιού είχε κάνει αισθητή την παρουσία του και αυτό σου δημιούργησε ένα μικρό συναίσθημα άγχους. Έπαιξες στο μυαλό σου όλα τα πιθανά σενάρια που θα μπορούσαν να υπάρχουν και όλα κατέληγαν στο ίδιο ένα συμπέρασμα. Το κλειδί βρισκόταν σε ένα από τα τέσσερα κουτιά. Το μυαλό σου σε ώθησε να σκεφτείς το προφανές. Το λιοντάρι βρισκόταν εκεί ως φύλακας του κλειδιού που χρειαζόσουν ώστε να μπορέσεις να εξελίξεις την κατάσταση και να την πας παρακάτω. Έτσι προετοιμάστηκες για μια δύσκολη μάχη και ξεκίνησες να περπατάς προς το μέρος του. Μόνο όταν πλησίασες αρκετά, σχεδόν δυο βήματα από την πόρτα, μπόρεσες να διακρίνεις το ξίφος που βρισκόταν ακουμπισμένο στον τοίχο. Σου φάνηκε ως η απάντηση στις προσευχές σου και έτσι χωρίς δεύτερη σκέψη έκλεισες την λαβή του στη δεξιά σου παλάμη, άνοιξες την πόρτα και πλησιάζοντας με γρήγορο βήμα τον αντίπαλο το κάρφωσες κατευθείαν στο λαιμό του. Ήσουν τόσο ταραγμένος που δεν κατάλαβες ότι δεν αντιστάθηκε και δυστυχώς ήσουν ανίκανος να ακούσεις ανάμεσα στις παύσεις του βιολιού την συμβουλή που με κόπο άρθρωσε στιγμές πριν παραδοθεί στο πεπρωμένο του.
Η ευγένεια είναι το ισχυρότερο όπλο και ταυτόχρονα το πιο χρήσιμο.
Έψαξες με λαχτάρα κάθε σημείο του κουτιού και την στιγμή που βγήκες άπραγος, άφησες για λίγο την απελπισία να σε καλύψει. Όταν επανήλθες παραδεχόμενος την ήττα αυτής της πρώτης επιλογής σου, στράφηκες στα υπόλοιπα τρία και τα κοίταξες με απορία. Η οροφή συνέχιζε την πορεία της και εσύ πιεζόμενος από τον αέρα που όλο και λιγόστευε, ωθήθηκες να πας στην αντίθετη άκρη και να εναποθέσεις τις ελπίδες σου στην φιγούρα ενός όμορφου μεγάλου αετού, που καθισμένος σε ένα κλαδί σε παρατηρούσε να πλησιάζεις. Την στιγμή που έφτασες και μόνο τότε, αντιλήφθηκες ότι ακριβώς έξω από την πόρτα βρισκόταν ακουμπισμένο ένα τόξο με μια φαρέτρα, η οποία περιείχε ένα και μόνο βέλος. Η ανυπομονησία είχε για τα καλά εισχωρήσει στο αίμα σου κάνοντας σε να νιώθεις ότι βράζει. Έτσι το κράτησες με το αριστερό σου χέρι, το όπλισες και την στιγμή που πέρασες την πόρτα, στόχευσες και δευτερόλεπτα μετά ο αετός βρισκόταν άκαμπτος και άψυχος μερικά μέτρα δίπλα σου με το βέλος να έχει καρφωθεί ακριβώς ανάμεσα στα μάτια του. Έψαξες τριγύρω όμως παρέμεινες ανίκανος να μπορείς να αντιληφθείς τα ουσιώδη στοιχεία γύρω σου. Έτσι αν και περπάτησες αρκετά κοντά του, δεν έκανες τον κόπο να τον κοιτάξεις ούτε μια φορά. Αν το είχες κάνει θα μπορούσες με ευκολία να διαβάσεις στα μάτια του γραμμένο ένα μήνυμα, τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο σημαντικό.
Ο σεβασμός κάνει κάθε άμυνα προσπελάσιμη και ταυτόχρονα γεμίζει αξία τον ικανό που τον παρέχει.
Ο ήχος του τόξου που άφησες να πέσει στο πάτωμα αντανάκλασε έναν ξερό κρότο που σε έκανε να νιώσεις περισσότερο άγχος.
Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία πλέον. Το κλειδί θα έπρεπε να βρίσκεται στο κουτί στα δεξιά σου, στο οποίο ένα μεγάλο σκουρόχρωμο φίδι σε κοιτούσε με ένα βλέμμα αυστηρό και γεμάτο προσμονή.
Σχεδόν έτρεξες μέχρι εκεί και έχοντας πλέον την εμπειρία, η ματιά σου καρφώθηκε στα αριστερά της πόρτας και έτσι ήταν εύκολο να το εντοπίσεις. Κράτησες το μεγάλο ξύλινο ρόπαλο με τα δυο σου χέρια και μπήκες στο κουτί με ορμή. Το φίδι δεν σάλεψε ούτε για μία στιγμή. Έμεινε να σε κοιτά στα μάτια και χρειάστηκαν μόνο μερικές στιγμές, το ρόπαλο και κυρίως η δική σου μανία, ώστε να κοπεί στα δυο. Πλέον ήσουν σίγουρος ότι το κλειδί θα ερχόταν στην κατοχή σου και έτσι η απογοήτευση ήταν μεγαλύτερη και πιο επίπονη. Βγήκες έξω πλέον τρομαγμένος, νιώθοντας ότι έχασες. Έτσι για ακόμα μια φορά δεν μπόρεσες να δεις το στοιχείο που είχε μείνει γραμμένο στην άμμο από την υποτιθέμενη τυχαία κίνηση που η ουρά του φιδιού είχε ακολουθήσει μετά το διαχωρισμό.
Η σοφία κατακτάται μέσα από την αποδοχή της άγνοιας μας και ταυτόχρονα μας τροφοδοτεί με την γνώση που είναι στο διηνεκές η μεγαλύτερη δύναμη.
Το τελευταίο κουτί παρέμενε φωτισμένο ακριβώς απέναντι σου, όμως εσύ πλέον είχες νικηθεί και αντί να το βλέπεις ως μια ακόμα ευκαιρία, το ένιωθες μέσα από την λάμψη του, που ήταν πλέον και η μοναδική, να σε περιγελά.
Πλησίασες αργά και φτάνοντας εκεί παρατήρησες ότι ήταν το μοναδικό που δεν είχε κάποιο όπλο να σε περιμένει. Δεν το χρειαζόσουν άλλωστε ώστε να αντιμετωπίσεις ένα μικρό και άκακο μυρμήγκι.
Ο κυριότερος λόγος όμως ήταν άλλος και τον κατάλαβες μόλις δυο βήματα μετά, όταν χωρίς να έχεις δώσει καμία σημασία να το εντοπίσεις, ένιωσες να διαλύεται κάτω από το αριστερό σου πέλμα. Έβγαλες το παπούτσι σου και έμεινες να κοιτάς μια άμορφη πλέον μάζα που στιγμές πριν υπήρχε εκεί ως κάτι συγκεκριμένο και κουβαλούσε το μεγαλύτερο μυστήριο του σύμπαντος, αυτό το μυστήριο που ονομάζουμε ζωή. Αναστέναξες βάζοντας ξανά το παπούτσι σου και ξεκίνησες να περπατάς έξω από το κουτί νιώθοντας όπως ο κατάδικος που οδηγείται στην ηλεκτρική καρέκλα. Έτσι για τέταρτη φορά παρέμεινες ανίκανος να δεις και να κατανοήσεις. Αμέτρητα μυρμήγκια βγαίνοντας από διάφορες χαραμάδες και τρύπες σχημάτισαν γράμματα και λέξεις και μια πρόταση την οποία δεν θα διάβαζες ποτέ.
Ο ταπεινός μπορεί να ζει ευτυχισμένος παντού και ταυτόχρονα να δίνει το πρότυπο της πραγματικής δύναμης.
Την στιγμή που οι άκρες των μαχαιριών άγγιξαν το κορμί σου, το οποίο βρισκόταν πλέον πεσμένο μπρούμυτα, ένιωσες ένα κάψιμο και σχεδόν ταυτόχρονα μια ζαλάδα. Μπήκες σε μια δίνη που σε στριφογύρισε για ώρα μεταφέροντας σε μέσα από μια χρονοβόρα σπειροειδή κίνηση από το τότε ξανά στο τώρα. Η μάλλον από το τώρα στο εδώ.
Το βλέμμα σου επέστρεψε στην επιφάνεια και από εκεί απελευθερώθηκε ξανά στο χώρο. Μπορεί να ένιωθες σαν να είχε περάσει ένας αιώνας, όμως σε τούτη τη συνειδησιακή κατάσταση είχαν περάσει μόλις μερικά δευτερόλεπτα.
Ήπιες αυτή την τελευταία γουλιά και έμεινες για λίγο σκεπτικός με όλη τούτη την εικόνα που ακόμα πίεζε το μυαλό σου. Σε λίγο θα εγκαταλείψεις την προσπάθεια και θα αφήσεις
το κορμί σου να ξεκουραστεί και αύριο πάλι από την αρχή. Και μεθαύριο και κάθε μέρα, μέχρι εκείνη που θα ξυπνήσεις πλέον ικανός να μπορείς να διαβάσεις τα σημάδια γύρω σου και γιατί όχι, μέσα σου...