Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Συγχώρεση


Ήταν απόγευμα καλοκαιριού και εσύ γεμάτη αλμύρα και με μία περίεργη ηδονή στο βλέμμα, καθισμένη δίπλα στο κύμα έβλεπες ένα ακόμα καράβι να ξεμακραίνει. Πόσο σου άρεσε αυτή η εικόνα. Χωρίς να το κατανοείς χαμογελούσες πλατιά και η φαντασία σου οργίαζε. Ένα καράβι ήταν όλη η εικόνα. Ένα καράβι που κλείνοντας τα μάτια, ένιωθες ότι κουβαλά τους φόβους σου και τις αγωνίες και τα όρια σου. Τα έπαιρνε κάθε μέρα μακρiά και σε απελευθέρωνε, αφήνοντας σε να χαίρεσαι τον ήχο των κυμάτων. Γιαυτό και κάθε απόγευμα, λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, πάντα την ίδια ώρα που περνούσε το καράβι μπροστά από την μικρή απομονωμένη, δική σου παραλία, εσύ έστεκες ξαπλωμένη μπρούμυτα, γυμνή πάνω στο βράχο που με γαλήνη σε αποδεχόταν κάθε φορά σαν να ήταν η πρώτη. Μετά βαθιά ανάσα και βουτιά, πάντα με το ίδιο λυτρωτικό συναίσθημα.
Ξεπλένω τις αμαρτίες μου είπες κάποτε όταν σε ρώτησαν γιατί είσαι συνεχώς απομονωμένη, καλυμμένη με αλμύρα, να κολυμπάς μέχρι το φεγγάρι να δείξει κάθε βράδυ το δρόμο για το όνειρο.
Αμαρτίες, όμορφη λέξη. Θηλυκή και επικίνδυνη. Πόσες εικόνες κουβαλά ; Πόσα διαφορετικά νοήματα και ενέργειες ;
Αμάρτησα που σε σκότωσα θα πει ο ένας. Αμάρτησα που με σκότωσα θα πει ο άλλος. Αμάρτησα που σε άφησα  αλλά κυρίως αμάρτησα που με άφησα...
Αυτό ένιωσες και εσύ ένα βράδυ . Εκείνη η ώρα της ημέρας που πάντα είναι βασανιστική. Ηρεμεί ο κόσμος, χάνεται η βουή και θέλοντας και μη σε αφήνει γυμνή απέναντι στον ήχο των δικών σου συναισθημάτων .
Ήρθε χειμώνας και εσύ με πείσμα παρέμεινες σε εκείνη την παραλία. Με τον ήχο των κυμάτων και αυτό το βράχο που με ένα μαγικό τρόπο σε υποδεχόταν πάντα σαν να ήταν η πρώτη φορά.
Στην αρχή, άφησες συναισθήματα όπως η μοναξιά ή η  απόγνωση να σε τυλίξουν. Με υπομονή έστεκες εκεί και προσπαθούσες να ξεπλύνεις όλο αυτό το κατεστημένο. Τρίψε τρίψε η ψυχή σου μάτωσε και ήταν ξημερώματα χειμώνα, εκεί στην πιο κρύα νύχτα του που μια σταγόνα αίμα ξέφυγε, έπεσε και πότισε τον βράχο. Έναν βράχο που με αυτήν την ενέργεια από εκείνη τη στιγμή θα ξεκινούσε να είναι για πάντα ο δικός σου βράχος.
Δικός σου. Εκείνη την βραδιά  ναι, έγινε ...όταν σου μίλησε. Το έκανε με τρυφερότητα και αγάπη, χρησιμοποιώντας την ικανότητα του ανέμου να τρυπώνει στην ψυχή σου κατά το δοκούν. "Αν θες να νικήσεις τις αμαρτίες σου ,απλά αγάπησε τες".  Εσύ μετέωρη άφησες αυτή τη φράση να παίξει με την ηχώ στην  ψυχής σου και να ακουστεί ξανά και ξανά , ξεμακραίνοντας και αλλoιώνοντας κάθε φορά και λίγο ακόμα τις λέξεις και το νόημα, ώσπου να φτάσει στο τέλος ένα και μόνο συναίσθημα. Μία και μόνο λέξη, συγχώρεση .
Έφυγες από την παραλία και η λέξη αυτή έγινε κάδρο και απορία και ξενύχτι και θάνατος και ανάσταση, συγχώρεση .
Ξεκίνησες λοιπόν να ταξιδεύεις. Για να καταλάβεις  αυτή την λέξη ήθελες να βρεις εικόνες. Να την εντάξεις σε μία πραγματικότητα και έτσι να την κατανοήσεις.
Βρέθηκες για καιρό ανάμεσα σε πολλά  άδεια κουρασμένα βλέμματα και κάπου κάπου και ένα χαμόγελο, όμως περίεργο. Βλέμματα κλειστά, οριοθετημένα. Με πόνο και μοναξιά να αχνοφαίνονται πίσω από την κάλυψη του εγωισμού και της επιτυχίας. Και εσύ γινόσουν περισσότερο μόνη.
Έσπρωχνες και σπρωχνόσουν. Άφηνες έναν περίεργο ρυθμό να σε παρασύρει και έτσι χάθηκες. Κοιτούσες γύρω σου και τα βλέμματα είχαν αρχίσει να γίνονται εχθρικά. Ένιωθες ότι δεν θα μπορέσεις να χαμογελάσεις ποτέ ξανά. Παραδόθηκες σε αυτόν τον ρυθμό με την προσμονή του τέλους και προσπαθώντας πολύ, κρέμασες ένα χαμόγελο στα χείλια σου. Αυτά τα χείλια που κάποτε έγλυφαν την αλμύρα και ένιωθαν πλήρη...
Καιρό μετά, απόγευμα, παραδομένη και ακόμα χαμένη ήρθε ο ήχος μιας τρομπέτας σε ένα jazz bar το οποίο σε τράβηξε σήμερα γυρνώντας από την δουλειά και σε ώθησε, σχεδόν σε εξανάγκασε, να θυμηθείς αυτή την αλμύρα. Φοβερά τα συναισθήματα που κουβαλάμε και μαγικός ο κόσμος τους .
Με τα μάτια κλειστά, θυμήθηκες την τελευταία φράση που διάβασες σε ένα βιβλίο καιρό πριν.
"Έκλεισε το ψυγείο , άνοιξε το παράθυρο και βούτηξε στο κενό ". Ακριβώς αυτό ένιωθες ότι ήθελες και εσύ να κάνεις. Μία βουτιά στο κενό της ψυχής σου.
Απίστευτη η εναλλαγή των εικόνων, με ταχύτητα και με ένταση. Ένα τρένο, άδεια βλέμματα, ταξίδι, μοναξιά, ένας βράχος, μία κραυγή, μια λέξη. Συγχώρεση.
Ευτυχώς που οι άνθρωποι γύρω μας συνήθως δεν βλέπουν ποτέ κάτι πέρα από τις ανάγκες τους. Με κλειστά τα μάτια δάκρυσες και μέσα από αυτό το δάκρυ έβγαλες την γνώση της ζωής.
Συγχώρεση, για εμάς, για τους άλλους. Ένα συναίσθημα που δημιουργείται από το αίμα, και τι περίεργο, απελευθερώνεται και ζει μέσα από το δάκρυ.
Μετά από ώρα ανοίγοντας τα μάτια σου πόνεσες. Πλήρωσες και έφυγες βιαστικά. Αντίτιμο φτηνό για το αλκοόλ της μοναξιάς σου. Αντίτιμο φτηνό για μια ζωή γεμάτη πια από συμβιβασμό και τίποτα.
Ξημέρωνε καλοκαίρι όταν βρέθηκες ξανά στο ταξίδι. Επέστρεφες στο αύριο, το δικό σου αύριο. Αυτό που εσύ σου στέρησες όταν έμεινες παραπάνω από όσο χρειαζόταν σε εκείνη την παραλία και σε τύλιξε ο χειμώνας. Τώρα το γνώριζες .
Ηλιοβασίλεμα με τον Ήλιο να κολυμπά μαζί σου και σιγά σιγά να πνίγεται αποδεχόμενος την μοίρα του και εσύ, ευλογημένη, γεμάτη αλμύρα, να βουτάς στα καταγάλανα νερά της μνήμης που με ένα μαγικό τρόπο μπορεί και φυλακίζει η σκέψη. Κουβαλώντας μόνο ένα κορμί, ένα χαμόγελο και πάνω από όλα μια λέξη. Μία εισιτήρια λέξη που έγινε ταξίδι και προορισμός. Μία λέξη που πλέον γνωρίζεις ότι είναι το κλειδί για όλες εκείνες τις κλειδωμένες πόρτες της ψυχής σου.
Μία ανάσα και μια βουτιά, πιέζοντας τον εαυτό σου να καταδυθεί όλο και πιο κάτω.
Η ανάδυση γρήγορη και μικρή αλλά απροσδόκητα γαλήνια. Και εκεί απροειδοποίητα η ματιά σου, λες και γιαυτό βγήκες στην επιφάνεια, διασταυρώθηκε και πάλι με το καράβι σου.
Εκείνο το καράβι που κάποτε φανταζόσουν ότι κουβαλά τους φόβους, τις αγωνίες και τα όρια σου.
Άφησες λοιπόν την ματιά σου να το χορτάσει και ας ήξερες ότι πια δεν ήταν δικό σου.
Το ταξίδι σε έκανε πλούσια διότι τώρα  γνωρίζεις ότι οι φόβοι σου και τα όρια σου είσαι εσύ. Όμως δεν σε ορίζουν. Υπάρχουν εκεί σαν  βοήθεια στο ταξίδι της ψυχής σου προς εσένα.
Το καράβι χάθηκε στον ορίζοντα και εσύ χαμογελώντας το κοίταξες, χαμογέλασες και με ένα σάλτο βούτηξες ξανά από το βράχο, τον δικό σου βράχο, σε μια θάλασσα που σαν ένα τεράστιο ηχείο άρχισε να σου επαναλαμβάνει δυνατά την προτροπή που ο άνεμος πάντα θα κουβαλά ως λαχτάρα και ως προορισμό .
"Αν θες να νικήσεις τις αμαρτίες σου , απλά αγάπησε τες".