Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Προαιώνιοι εχθροί


Τελευταίο βαγόνι, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, σε μία ακόμα ατελείωτη μέρα που άφησες τον εαυτό σου, δυστυχώς και σήμερα χωρίς καμία προφύλαξη, να στέκει ανάμεσα σε δυο προαιώνιους εχθρούς. Ο πόλεμος τους πάντα σε μπέρδευε  και σε εξασθενούσε τόσο, που συντονισμένη με την κίνηση αυτού του τραίνου, καθισμένη στο τελευταίο και αρκετά βρώμικο βαγόνι του, ήσουν έτοιμη να παραδωθείς σε τούτη την κούραση και με τα μάτια κλειστά έστω και για λίγο να ταξιδέψεις σε άλλα σημεία περισσότερο όμορφα και σίγουρα πιο καθαρά. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τα βλέφαρα σου αντάμωσαν, ξαφνικά και απρόσμενα, ο ήχος μιας κιθάρας σε τράβηξε βίαια πίσω και μέσα από τις κόχες των ματιών σου σε ώθησε να γίνεις ξανά παρόν και ακολουθώντας αυτόν τον ήχο ενστικτωδώς, να φτάσεις μέχρι την άλλη άκρη του βαγονιού και κατευθείαν στα δικά της μάτια.
Η μουσική της με έναν περίεργο τρόπο σε έκανε να νιώσεις ξανά ποθητή. Ένα συναίσθημα τόσο ξεχασμένο και ταυτόχρονα τόσο προκλητικό. Δεν το πολύ σκέφτηκες και συνεχίζοντας να λειτουργείς με το ένστικτο, αφέθηκες σε τούτη την πρωτόγνωρη εμπειρία που η ζωή σε προόριζε να αποκτήσεις. Πήγες κοντά και κάθισες ακριβώς στο απέναντι κάθισμα. Το βλέμμα της, ακολουθώντας την τροχιά σου, είχε πλέον κεντράρει στο δικό σου και η ηδονή που σε ώθησε να νιώσεις, εκεί ανάμεσα στα πόδια σου, σε τρομοκράτησε. Πήγες να δικαιολογηθείς, ψελλίζοντας μερικά μισόλογα, όμως ο ήχος της κιθάρας δυνάμωσε και σε κάλυψε. Και ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που ξεκίνησε να τραγουδά, που ένιωσες ένα ρίγος στη σπονδυλική σου στήλη και απλά η φωνή της σε καθήλωσε.
Η γλώσσα άγνωστη και μπερδεμένη, μέσα από τον τρόπο που μπορούσες να την προσλάβεις και να την κατανοήσεις. Δεν ήξερες για τι μιλούσε. Όμως ενστικτωδώς νόμισες  ότι είναι μια ακόμα ωδή προς το μεγαλύτερο δυνάστη της καρδιάς και των αντοχών μας, τον ίδιο τον έρωτα.
Η στάση του σώματος, το βλέμμα της, η κίνηση των χεριών της πάνω στις χορδές. Όλα μαρτυρούσαν ένα συναίσθημα το οποίο δεν ήταν εύκολο να εξηγηθεί με λόγια. Σίγουρα όμως είχε πάθος και ορμή και σίγουρα σε έκανε να νιώθεις μια διαφορετική ηδονή, που αντίθετα με ο,τι όριζε το μυαλό και η λογική σου, σε είχε κατακλύσει απόλυτα, πλημμυρίζοντας με μια ξαφνική και τόσο αναπάντεχη βροχή τις πύλες του δικού σου είναι.
Δύο ακόμα στάσεις, δύο μικρές διακοπές στη ροή της κίνησης του τρένου, οι οποίες δεν μπόρεσαν να αλλάξουν κάτι σε τούτη την κατάσταση και τότε πήρε μερικές στιγμές ώστε τα δάχτυλα να επιβραδύνουν την δική τους κίνηση πάνω στην κιθάρα και να σταματήσουν, βυθίζοντας σας προς στιγμήν σε μια επικίνδυνη σιωπή. Το τραγούδι της σε είχε μαγέψει και έτσι αυτή η αλλαγή μπόρεσε να σε επαναφέρει στο τώρα. Το μυαλό σου ξεκίνησε αυτόματα να ψάχνει για αναχώματα, όμως πλέον το κορμί σου καιγόταν, μέσα σε έναν πρωτόγνωρο και μανιασμένο πυρετό.
Ασυναίσθητα άγγιξες το λαιμό σου και εκείνη απλά σου χαμογέλασε. Σου έκανε νόημα να κοιτάξεις αριστερά, έξω από το παράθυρο. Υπάκουσες και έτσι έμεινες να κοιτάς ένα ακόμα σταθμό να απομακρύνεται. Όταν η απόσταση είχε πλέον μεγαλώσει τόσο, ώστε να μην μπορείς πλέον να διακρίνεις λεπτομέρειες, μόνο τότε συνειδητοποίησες ότι αυτός ήταν ο δικός σου σταθμός. Έπρεπε να κατέβεις, ήταν υποχρέωση σου να κατέβεις. 'Όμως εσύ πλανήθηκες και έτσι η ευκαιρία χάθηκε. Το μυαλό σου σε ώθησε να κατευθυνθείς προς εκείνο το γνώριμο και αρκετά ασφαλές και απλοϊκό μονοπάτι της απελπισίας. Και τώρα, διερωτήθηκες αφήνοντας το συναίσθημα να ενεργήσει.
Και τώρα ζήσε, άκουσες τη φωνή της να σου απαντά ήρεμα και στοργικά. Τα χείλη της όμως παρέμειναν ασάλευτα και εσύ απελπίστηκες περισσότερο. Το μυαλό σου, μικρό και απαίδευτο, αδυνατούσε να υπάρξει σε τούτη την παράσταση που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια σου.
Η κιθάρα ξεκουράστηκε στην διπλανή θέση και εσύ το μόνο που είδες ήταν το πρόσωπο της να πλησιάζει. Έκλεισες τα μάτια σου από φόβο, και βίωσες την πιο αληθινή εμπειρία της μέχρι τώρα ζωής σου. Φόβο για την αντιμετώπιση αυτής της διαφορετικής κατάστασης. Όμως στο αποτέλεσμα κατανόησες ότι δεν ήταν φόβος αλλά γνήσιος πόθος.
Σε είχε αποπλανήσει από την πρώτη στιγμή και αυτό το φιλί ήταν οι τίτλοι τέλους. Σαν τα πάντα να λειτουργούσαν ανέκαθεν για αυτή και μόνο τη στιγμή.
Όταν μερικές στιγμές αργότερα άνοιξες τα μάτια σου, πάγωσες. Η δροσιά του φιλιού ξεκουραζόταν ακόμα πάνω στα χείλη σου, νιώθοντας να διατηρεί αμείωτη όλη του τη φρεσκάδα. Το ένιωθες σε όλη του την ένταση και μπορούσες να ορκιστείς για αυτό. Όμως εκείνη είχε χαθεί. Με έναν περίεργο τρόπο είχε εξαφανιστεί μαζί με τα υπάρχοντα της και εσύ τώρα έστεκες αποπλανημένη και δυστυχώς παραπλανημένη μέσα στα περίεργα μονοπάτια του μυαλού σου.
Πήρες μια βαθιά ανάσα και ξεφυσώντας πίεσες με τις παλάμες σου τους μηρούς σου. Η σπονδυλική σου στήλη ένιωσες να ισιώνει και ασυναίσθητα ύψωσες το βλέμμα σου. Ο ξάστερος νυχτερινός ουρανός, μέσα από το μαύρο χρώμα που είχε ντυθεί, σε έφερε σε ένα αδιέξοδο και πριν προλάβεις να διαμαρτυρηθείς για ένα ακόμα χωροχρονικό τέλμα, χαμήλωσες τα μάτια σου και το συναίσθημα αυτό μετατράπηκε σε φόβο.
Ο σταθμός είχε εξαφανιστεί, το τρένο είχε εξαφανιστεί και εσύ καθόσουν σε μια ξύλινη, άβολη καρέκλα ενός καφέ, στον τρίτο όροφο ενός βιβλιοπωλείου. Από την μεγάλη τζαμαρία ακριβώς αριστερά σου, μπορούσες να δεις στο έδαφος πλήθος κόσμου να περιμένει σχεδόν χωρίς να σαλεύει, σε ουρές που κατέληγαν στην πόρτα ενός λεωφορείου. Στα δεξιά σου, μεγάλες ξύλινες παλιές βιβλιοθήκες σε παράταξη, η οποία εκτεινόταν μέχρι εκεί που έφτανε η ματιά σου. Βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία διαφόρων μεγεθών και κατηγοριών.
Που πάει αυτό το λεωφορείο, ρώτησες το διπλανό σου που ήταν απόλυτα απορροφημένος με αυτά που έγραφε. Έπρεπε να επαναλάβεις για να πάρεις απάντηση και σίγουρα μπερδεύτηκες περισσότερο.
Ο τόνος του κουβαλούσε μια μικρή δόση περιφρόνησης, σαν να ρώτησες κάτι που όφειλες ήδη να γνωρίζεις, και ναι η απάντηση του σε ώθησε να θυμηθείς ότι την γνώριζες. Ένα σύννεφο κάλυπτε τα πάντα και μέσα σε μια στιγμή διαλύθηκε, αφήνοντας σε να κοιτάς τα δεδομένα του μυαλού σου για τα οποία μέχρι τώρα θα ορκιζόσουν ότι είχες άγνοια.
Η έξαψη του κορμιού σου είχε κοπάσει και σταδιακά είχε μεταφέρει την ένταση της στο μυαλό σου.
Θυμήθηκες ακριβώς όλη τη διαδικασία με κάθε λεπτομέρεια. Έπρεπε να γράψεις τις αναμνήσεις σου, γεμίζοντας ένα βιβλίο που θα έμενε για πάντα εκεί σε κάποιο ράφι και έτσι με άδειο το μυαλό να κατέβεις στο ισόγειο και να περιμένεις υπομονετικά να πας στην αφετηρία. Ένα ακόμα ταξίδι, ένας ακόμα κύκλος.
Έπιασες το στυλό στα χέρια σου και τη στιγμή που το ακούμπησες στο χαρτί, έμεινες μετέωρη, προσπαθώντας να θυμηθείς όλα αυτά που άξιζε να αναφέρεις. Προσπάθησες αρκετά και για πολύ ώρα, όμως το μόνο αληθινό, ουσιαστικό και άξιο καταγραφής συναίσθημα ήταν εκείνο που βίωσες λίγες στιγμές νωρίτερα, σε εκείνη την μικρή σου συνάντηση με την επιθυμία.
Ανάμεσα σε δύο προαιώνιους εχθρούς και τώρα. Τα θέλω από τη μια και τα πρέπει από την άλλη να αντιπαραβάλλουν τις δυνάμεις και τις αντοχές τους.
Αρχικά ένιωσες ότι μεταξύ τους υπήρχε αξιοπρέπεια. Αυτή ακριβώς που γεννιέται από την ισοτιμία όταν δύο καταστάσεις είναι ίσες και με την ίδια δύναμη.
Όμως καθισμένη εκεί σε μια άβολη θέση, χωρίς την παρουσία του χρόνου, βρήκες την ευκαιρία και ταξίδεψες νοητά σε όλες εκείνες τις μάχες, ξεκινώντας από την αρχή και τελικά δεν μπόρεσες να μην παραδεχθείς ότι έσφαλες. Δεν υπήρξε ποτέ ισορροπία. Τα πρέπει έγερναν υπερβολικά άνισα από τη μια, αφήνοντας ελάχιστα θέλω να στέκονται στον αντίποδα.
Ξεκίνησες λοιπόν να γράφεις, γεμάτη ντροπή για αυτή τη συνειδητοποίηση. Έζησα μια γεμάτη ζωή από πρέπει, στα οποία αντεπεξήλθα επάξια, υπακούοντας σαν σωστός πιστός ή στρατιώτης.Όμως τα θέλω, μου διέφυγαν δυστυχώς. 
Το υπόγραψες και το παρέδωσες εξακολουθώντας να διακατέχεσαι από ντροπή, για όλα αυτά που όριζαν το σύνολο της ζωής σου και δυστυχώς δεν ξεπερνούσαν την μια πρόταση.
Κατέβηκες στο δρόμο και άχρονα παρέμεινες να σκέφτεσαι όλη αυτή τη ζωή που σπατάλησες σε τόσα ανούσια πρέπει. Αν ήξερες θα έκανες διαφορετικές επιλογές. Αυτό είπες στον εαυτό σου για να γλυκάνεις τούτη την αδιέξοδη ντροπή για την ασέβεια που έδειξες προς την ίδια τη ζωή.
Όταν έφτασε η ώρα της επιβίβασης και πέρασες την πόρτα του λεωφορείου που θα σε οδηγούσε στην αφετηρία, τα πάντα σκοτείνιασαν και μια περίεργη υγρασία πλημμύρισε όλη σου την ύπαρξη. Την επόμενη στιγμή βρισκόσουν τυφλή και γυμνή σε ένα νέο περιβάλλον το οποίο δεν μπορούσες να προσδιορίσεις ακριβώς ούτε που βρισκόταν, ούτε τι ήταν. Ο πανικός σε ώθησε να αντιδράσεις σε αυτή την καινούργια κατάσταση του είναι σου μέσα από ένα κλάμα που περίεργα σου ακουγόταν περισσότερο μπάσο από όσο θα μπορούσες να θυμηθείς τη χροιά της φωνής σου.
Το κλάμα σου κάλυψε μια μεγάλη περίοδο ντροπής και απραξίας, με την κάθε ανάμνηση να σβήνεται κάτω από τις υγρές στάλες που κατέκλυσαν την ψυχή σου.
Μια προς μια, στιγμή προς στιγμή, μια ολόκληρη ζωή χάθηκε κάτω από την επιφάνεια μιας θάλασσας που εσύ η ίδια δημιούργησες πόντο πόντο.
Μια κουβέρτα τύλιξε το κορμί σου και αυτή η ζεστασιά που σου πρόσφερε, σε έκανε λίγο να ηρεμήσεις.
Μια στιγμή χρειάστηκε πριν χαθούν τα πάντα. Μια στιγμή πλημμυρισμένη από τον ήχο μιας κιθάρας και μια φωνή να τραγουδά σε μια γλώσσα που πλέον αναγνώριζες.
Ψάξε για τα θέλω σου και ύστερα ακολούθησε τα.
Ύστερα χάθηκε και μαζί της χάθηκε και κάθε ανάμνηση, αφήνοντας σε να κλαις από από απελπισία για την ζωή που χαράμισες και σκόρπισες σε τόσες ανούσιες πεποιθήσεις. Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα ώστε τούτο το συναίσθημα να σε κάνει να χαθείς και να βρεθείς σε μια νέα αρχή, κλαίγοντας πλέον από ευγνωμοσύνη για αυτή τη συγχώρεση και για αυτή τη δεύτερη, ή τρίτη ή νιοστή ευκαιρία να προσπαθήσεις τούτη τη φορά να θυμηθείς και να ζήσεις μόνο για αυτά τα θέλω.