Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Κάποιες νύχτες



Αν δεν σου αρέσει να φύγεις, έτσι είναι εδώ τα πράγματα. Δεν αλλάζουν και σε όποιον αρέσει. Και εσένα δεν σου αρέσει και φεύγεις. Παίρνεις την μεγάλη απόφαση και ξεκινάς εκείνο το μεγάλο δρόμο που ονομάζεται αλλού. Φορτωμένος με όλα εκείνα τα απαραίτητα που δεν είσαι ακόμα έτοιμος να αποχωριστείς, χαμογελάς και ξεκινάς το περπάτημα.
Αναρωτιέσαι, γιατί άραγε έφυγα; Δεν έχεις όμως ακόμα ούτε το θάρρος αλλά ούτε και τη γνώση για να απαντήσεις .Κάπου εκεί ανάμεσα σε πικρές θάλασσες και κακοτράχαλα βουνά, σίγουρα κάπου έχασες ένα ηλιοβασίλεμα και μαζί του και εκείνο το χαμόγελο που φόρεσες παιδικά στην αρχή της διαδρομής. Προσπάθησες να το αναπληρώσεις, ξαποσταίνοντας σε ξένα μάτια που σου έδωσαν απλόχερα ότι είχαν και ότι μπορούσαν και ίσως σε πόθησαν περισσότερο από όσο άντεχες.

Συνέχισες το περπάτημα και όταν ο άνεμος άρχισε να μαστιγώνει τις ελπίδες και τα όνειρα σου τότε αναρωτήθηκες, που πάω; Όμως ένιωσες ότι πλέον είναι αργά να επιστρέψεις. Είχαν περάσει κιόλας μια λιακάδα, ένα σύννεφο και μια αιωνιότητα. Σημάδια πόνου και όχι χρόνου τα οποία έκαναν το περπάτημα σου βαρύ και δύσκολο. Όμως άρχισες να συνειδητοποιείς ότι αυτός ήταν ο μόνος δρόμος και όλα αυτά τα κατακόκκινα χείλια που βρέθηκαν στην πορεία σου, γεννήθηκαν και υπήρξαν και ήταν εκεί μόνο για να σε βοηθήσουν να ξεδιψάσεις όταν πραγματικά ένιωσες τούτη την ανάγκη να σε κατακλύζει.
Προχώρησες και ταξίδεψες και περπάτησες αρκετά και κάπου χάθηκες και σταμάτησες να χαμογελάς. Είχε πια περάσει αρκετός καιρός και ξέχασες και το πως έφυγες. Αυτά που άφησες πίσω ως τίμημα, ξεθώριασαν και χάθηκαν μέσα σε ένα ρημαγμένο από τις καταιγίδες μυαλό που πλέον δεν μπορεί καν να θυμηθεί ότι όλα αυτά κάποτε υπήρξαν εκεί ως ένα τίμημα της φυγής και μάλιστα ακριβό. Ίσως να είναι και καλύτερα γιατί με τον καιρό ξέχασες γιατί έφυγες, ξέχασες τι έψαχνες και έμεινες τελικά μετέωρος, ψαχουλεύοντας το τίποτα μέσα από ανθρώπους που χωρίς να μπορείς να το δεις είχαν πεθάνει από καιρό. Χωρίς όμως κηδεία, χωρίς δάκρυα, χωρίς θρήνο και κυρίως χωρίς συναίσθηση. Κανένα όμως πρόβλημα, διότι ο χρόνος σε άλλαξε, ο τόπος σε αλλοτρίωσε και η ανάγκη σε απογύμνωσε τόσο, ώστε ακόμα και τα πιο ειλικρινή σου δάκρυα να μην αξίζουν ούτε ένα βλέμμα.
Νύχτα από εκείνες που με το φεγγάρι παρών, ξεγυμνώνει τα πάντα και το κρυφό κάνει φανερό και περίπου δύο ζωές και μια λιακάδα μετά, σε βρήκε καθισμένο στην άκρη της λίμνης να καθρεφτίζεις μέσα της το πρόσωπο σου και να προσπαθείς να θυμηθείς ποιός είσαι, ποιός είναι αυτός που βλέπεις να φοράει τα μάτια σου και ποιός είναι αυτός που πονάει από την μοναξιά σου. Δεν θυμόσουν πια και αυτό στο αποτέλεσμα σε ενόχλησε αρκετά. Αποφάσισες να φύγεις και δυστυχώς ποτέ κανείς δεν σου μίλησε για το τίμημα που έπρεπε να πληρώσεις. Ήταν όμως η μοίρα που σε έκανε να το νιώσεις βαθιά στο πετσί σου, και το ότι υπήρχε και το ότι ήταν όλο δικό σου.
Που πάω; τι ψάχνω να βρω; ερωτήματα που τώρα πια δεν θυμάσαι να απαντήσεις και ίσως πια δεν έχουν και σημασία. Μέσα σε όλη αυτή την παροδικότητα των συναισθημάτων, κοιτάς μέσα στην λίμνη ένα πρόσωπο που πλέον δεν είναι δικό σου. Εσύ ποτέ δεν έφυγες, ποτέ δεν έψαξες για κάτι παραπέρα από αυτό του νόμιζες ότι είχες βρει εξ αρχής. Το σώμα σου έφυγε και οι επιθυμίες σου. Αυτές οι πλανεύτρες σειρήνες, που έχουν την δύναμη να καταφέρουν τα πάντα, αρκεί βέβαια να τις αφήσεις.  Η καρδιά σου όμως έμεινε πίσω. Την πέταξες εκεί δίπλα, στο δάσος και με τον καιρό εκείνη θάφτηκε και ρίζωσε και μεγάλωσε και εκεί παραμένει ακόμα, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάποτε από εδώ ξεκίνησες και το πρώτο σου βήμα ήταν ακριβώς από πάνω της.
Τι τα ψάχνεις θα μου πεις. Ο καιρός περνάει, οι άνθρωποι αλλάζουν και όλοι οφείλουμε να ζούμε με τις συνέπειες των πράξεων μας. Αυτή είναι η σωστή αντιμετώπιση και αυτό είναι που έχεις από καιρό επιλέξει σαν σωστό. Μπράβο λοιπόν σε εσένα και μπράβο σε όλους μας για αυτή την ηθική και τα όρια που αφήσαμε να ορίσουν τη ζωή και την θλίψη μας.
Ανάμεσα σε λιακάδες και σύννεφα, πρέπει να μάθεις ότι έρχονται συχνά πυκνά και κάποιες νύχτες περίεργες που το φεγγάρι δεν εμφανίζεται και εσύ νιώθεις αυτή την έλλειψη βαθιά μέσα σου. Δεν μιλάς, φεύγεις και με το βλέμμα σου θολωμένο περπατάς, πηγαίνοντας πάντα εκεί που σε οδηγεί ο ήχος της μοναξιάς σου. Είναι εκείνο το σημείο στο οποίο κάθε φορά που οι μοίρες κοιτάζουν τι έκανες, για ένα απειροελάχιστο διάστημα όχι μεγαλύτερο από ένα βλεφάρισμα των ματιών σου, βγάζουν μια κραυγή απελευθερώνοντας τον πιο σπαρακτικό θρήνο που δεν αντέχει να αντιμετωπίσει ούτε η πιο δυνατή καρδιά.
Είναι κάποιες νύχτες που τρομαγμένος θα πετάγεσαι από το τίποτα που όρισες σαν ζωή και βγαίνοντας στον δρόμο ξυπόλητος και αναμαλλιασμένος θα ξεκινάς να την ψάχνεις. Το κλάμα σου θα έρχεται πάντα όμως το ξημέρωμα να επισφραγίσει αυτό που από την αρχή γνώριζες και ας μην ήθελες να το παραδεχτείς.  Τι και αν έφυγες, τι και αν ξέχασες. Ένας ήχος ή ένα θρόισμα πάντα θα είναι αρκετά για να πονέσεις πάλι από την αρχή για μια αγάπη που ποτέ δεν βγήκε από τα στήθια σου. Για μια αγάπη που λαθρεπιβάτης , έζησε όλα σου τα χρόνια μέσα από τα μάτια σου.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Καταραμένοι ποιητές



Καταραμένοι ποιητές που τριγυρίζουν συνεχώς σε κίβδηλες ανάγκες, οι οποίες πάντα θα έχουν την δύναμη να τους κρατούν δέσμιους της σαρκικής τους ματαιοδοξίας.
Δεν είναι η ανάγκη τους για επίδειξη, ούτε ίσως η ανάγκη της σάρκας να νιώσει, όσο τους κυριεύει η απελπισία των αλλόθρησκων που διαλαλούν την πίστη τους πάντα σε εχθρικό έδαφος.
Τι και αν οι θεοί είναι κακοί και μικρόψυχοι. Τι και αν οι ιστορίες είναι γεμάτες ανακρίβειες και λάθη. Δεν έχει καμία πρακτική σημασία. Η κατάρα που κουβαλούν τούτοι οι άνθρωποι στις πλάτες τους είναι ακριβώς το ότι γνωρίζουν και η φωνή που προσπαθούν να βγάλουν, παραμένει μόνη χωρίς καμία διάθεση από τους εχθρούς έστω για ενα μικρό κομμάτι κατανόησης.
Πως θα μπορούσε να υπάρξει άλλωστε ένας κοινός τόπος συνάντησης, όταν οι τρελοί ντύνονται μονάχα όμορφες λέξεις, ενώ οι γνωστικοί βλέπουν τη ζωή κυνικά και ρεαλιστικά. Όλα για την επιβίωση.
Όλα για το παιδί μου, θα πει η μάνα, χωρίς δυστυχώς ποτέ να μπορέσει να ξεχωρίσει τα όρια της επιβίωσης από την διαβίωση. Και ετούτοι οι ποιητές, χαμένοι στο δικό τους κόσμο, πλανημένοι από την ελπίδα που γλύτωσε και παρέμεινε μονάχη σε ένα κουτί, που κάποιος κάπου κάποτε βρήκε σε μια παλιά αποθήκη κάνοντας ξεκαθάρισμα, με κολλημένη στο καπάκι μια ξεθωριασμένη ετικετα       -Προσοχή Εύθραυστον-  και παραλήπτη κάποια Πανδώρα.
Καλό είναι το χρήσιμο, έμαθαν να λένε οι μάζες και έτσι το κουτί αυτό από το πεζοδρόμιο βρέθηκε στα χέρια τους και η ζημιά δεν άργησε να γίνει. Αυτό άλλωστε είναι και το κακό με την ελπίδα. Παρασέρνει όποιον δεν πρόλαβε να στερεώσει τις σκέψεις του και έτσι του γεννά όνειρα και προσδοκίες. Μόνο που δυστυχώς περνώντας ο καιρός οι προσδοκίες αυτές μεταφέρονται από μια πραγματικότητα στην οποία ορίζονται ως μεγάλες, σε μια άλλη στην οποία ορίζονται ως χαμένες.
Τούτο το μεσοδιάστημα είναι που κάνει αυτούς τους ποιητές να συνειδητοποιήσουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι καταραμένοι.
Μεταφέρουν ένα μήνυμα που δυστυχώς οι πολλοί δεν μπορούν να ακούσουν, αλλά και σε εκείνες τις λίγες φορές που φτανουν κοντά στο να συλλάβουν ορισμένες λέξεις, φρίττουν και αμέσως τις αφορίζουν, έχοντας πάντοτε το πρόσχημα ότι είναι γνωστικοί και έτσι κατέχουν την αλήθεια, απογυμνωμένη από όμορφες λέξεις και λοιπά περιτυλίγματα.
Πότε θα ωριμάσεις; γιατί δεν καταλαβαίνεις; σταμάτα να ονειροβατείς.
Μερικές μόνο από τις εκφράσεις που τούτοι οι καταραμένοι βρίσκουν συνεχώς απέναντι τους, κάθε φορά που προσπαθούν να μιλήσουν για όλα αυτά τα κακώς ή λάθος κείμενα, τα οποία οι πολλοί δεν έχουν την δυνατότητα να αμφισβητήσουν και δυστυχώς ούτε τη διάθεση να τα διαβάσουν και να προσπαθήσουν έστω και λίγο να τα κατανοήσουν.
Πως άραγε μπορείς να απαλλάξεις τον εαυτό σου από τις αμαρτίες του, αν πρώτα δεν μπορέσεις να δεχτείς οτι αμαρτάνεις;
Πως μπορείς να καθαρίσεις τον εαυτό σου όταν δεν έχεις το σθένος να δεχτείς παρηγοριά όταν αρχίζεις να βλέπεις ότι αυτά στα οποια σε έμαθαν να πιστεύεις ήταν κίβδηλα και επιφανειακά;
Οι γνωστικοί όλου του κόσμου πάντα θα θεωρούν ότι κατέχουν την αλήθεια. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι η αλήθεια, εκείνη η γνώση του παντός, η οποία 'έχει την δύναμη να μας εξαγνίζει και να μας καθαρίζει, πάντα θα είναι κτήμα εκείνων των ολίγων που κατάφεραν και νίκησαν όλες εκείνες τις ψεύτικες εικόνες που η κοινωνία τους δίδαξε με δόλο να αναγνωρίζουν στον καθρέφτη ως δικές τους και έτσι να μπούν σε εκείνη την κατηγορία των παρηγορηθέντων.
Καταραμένοι λοιπόν ποιητές που τριγυρίζουν συνεχώς σε κίβδηλες ανάγκες, κουρασμένοι από μια μάχη που εξαρχής είναι χαμένη. Την αποδέχονται όμως, έχοντας αρχικά στο σακίδιο τους τα απαραίτητα εκείνα εφόδια που θα τους δώσουν το κουράγιο να παλέψουν.
Τα ιδανικά για τα οποία δέχονται να πολεμήσουν φαντάζουν στα μάτια τους ως οι ύψιστες αρετές. Και πως άλλωστε να μην είναι όταν η ψυχή τους ονειρεύεται δικαιοσύνη για όλους. Όμως δυστυχώς πολεμόντας, σταδιακά ανακαλύπτουν ότι στο πεδίο της μάχης ακόμα και τα φίλια ξίφη στρέφονται εναντίον τους, αποδεχόμενα ότι τούτοι οι τρελοί μέσα από τις καινοτομίες που θέλουν να φέρουν, απειλούν την συνοχή της κοινωνίας στην οποία οι ίδιοι προσπαθούν να επιβιώσουν.
Η αρχική λοιπόν έξαψη και το πάθος που η ελπίδα μπορεί και γεννά στις καρδιές των γενναίων, σταδιακά παραμερίζεται και νικάται μέσα από μια προδοσία για την οποία κανένας και ποτέ δεν θα μπορέσει επαρκώς να προετοιμαστεί. Όμως η ελπίδα δεν χάνεται. Παραμένει βουβή και τρομαγμένη από όλη τούτη τη σκληρότητα που η κοινωνία καλλιεργεί ως λογική αρετή των γνωστικών και κάποιες φορές είναι ακριβώς αυτή η αιτία που κρατά κάποιους γατζωμένους σε εκείνον τον αρχικό σκοπό.
Οι περισσότεροι αποδεχόμενοι την ήττα τους θα ξεκινήσουν να τριγυρίζουν έκτοτε από χωριό σε χωριό, ζητώντας κρασί για να πνίξουν τις φωνές μέσα τους και μάχες για να αναζωπυρώσουν την ζωντάνια γύρω τους. Τούτοι δυστυχώς οι ποιητές παύουν να γράφουν. Οι λέξεις τους δεν θα βρούν καμία ανταπόκριση ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν και για αυτό το λόγο σταδιακά αφήνονται να νικηθούν από την σάρκα τους και τις ανάγκες που τους επιβάλλει ως σωστές.
Κανένας από όσους γνωρίζουν δεν πρόκειται να τους κατηγορήσει. Η μάχη είναι δύσκολη και το ζητούμενο είναι η προσπάθεια που κάνει κάθε ένας ξεχωριστά ώστε να ενημερώσει τους γύρω του για αυτήν.
Όμως φίλε μου, τα μάτια και τα αφτιά των περισσοτέρων είναι σφραγισμένα. Πως λοιπόν μπορείς να κάνεις κάποιον να δεί τον κόσμο μέσα από την δική σου οπτική όταν έχει διδαχθεί και πιστέψει βαθιά ότι δεν έχει καν μάτια.
Αυτή φίλε μου είναι η κατάρα των ποιητών. Να εξιστορούν περιστατικά και να μιλούν για κόσμους για τους οποίους δυστυχώς οι πολλοί δεν έχουν καν την όρεξη και το σθένος να συζητήσουν έστω στη θεωρία.
Όμως τι και αν όλοι πιστεύουν ότι η Γή είναι επίπεδη και ο φόβος τους είναι να μην  φτάσουν στην άκρη και πέσουν. Η αλήθεια θα παραμένει αναλλοίωτη και αιώνια για όποιον θελήσει να αφήσει το σώμα του, το σπίτι του, τη γειτονιά του, την πόλη του, την χώρα του, την ήπειρο στην οποία ζεί και έτσι να βγεί εκεί έξω, παρατηρώντας ένα βόλο γεμάτο χρώματα, κομμάτι σε ένα απέραντο μωσαικό ύπαρξης και αλήθειας.
Είναι ειρωνικό ότι οι γνωστικοί, σε αντίθεση με όσα λέει η ιστορία, δεν θα καταφέρουν ποτέ να γίνουν καθαροί. Αυτό το προνόμιο θα βρίσκεται εσαεί στα χέρια εκείνων των ευγενών τρελών που αφημένοι στα χέρια των συνοδοιπόρων τους και αποδεχόμενοι την ήττα τους, αφήνουν την παρηγοριά που η ελπίδα κρατά καλά κρυμμένη από τα μάτια των πολλών, να τους καλύψει και να τους καθαρίσει τόσο βαθιά ώστε έκτοτε τα μάτια τους να αστράφτουν, αντικατοπρίζοντας εκείνο το αιώνιο φως προς το οποίο στο διηνεκές το παν θα τείνει, συντονίζοντας τα πάντα μέσα από εκείνη την υψηλή δόνηση της πραγματικής και πλήρους αποδοχής.
Καταραμένοι ποιητές που οι γύρω τους χαρακτηρίζουν παράφρονες, μόνο για όσο διάστημα τούτοι οι δύσμοιροι θα προσπαθήσουν να ενημερώσουν για τον πόλεμο που διεξάγεται.
Μετά τους αφήνουν στην ησυχία τους, μετατρέποντας τους σε γραφικούς και αλίμονο φίλε μου, σε όλους εμάς που εκεί λίγο πριν την τελευταία μας ανάσα, εκεί που όλα γίνονται ξεκάθαρα, ενωνόμαστε μαζί τους συνειδητοποιώντας ότι οι γραφικοί και οι τρελοί ήμασταν πάντα εμείς, θεωρώντας τη ζωή μας σημαντική αλλά ποτέ μοναδική.
Καταραμένοι να είστε ποιητές...
Δυστυχώς είχατε δίκιο.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Μεσότητα



Επίπλαστες σχέσεις, βασισμένες στην αδιαλλαξία ενός 'εγώ' που στο διηνεκές προσπαθεί να πετύχει τον προσδιορισμό του αυτόφωτου και ανεξάρτητου, έστω και αν ζει μόνο μέσα από την ύπαρξη που κάποιο έτερο φως με καλοσύνη το βοηθά να διατηρεί και έτσι ποτέ δεν μαθαίνει την αλήθεια.
Ο ήλιος που μας φωτίζει δεν υπήρξε ποτέ έξω από εμάς. Ήταν και παραμένει το κέντρο της κατανόησης που ατομικά εξελίσσουμε μέσα από εμπειρίες, άλλοτε προσβλητικές και άλλοτε αποθεωτικές.
Δυστυχώς εδώ στην χαραυγή του τέλους μέση δεν υπάρχει. Ξεπεράστηκε και έγινε βαρετή. Πως να μην γίνει άλλωστε όταν πλέον ο εγκέφαλος εκπαιδεύεται να εναλλάσσει εικόνες χωρίς να ενδιαφέρεται ούτε για την σημασία τους και ούτε για την συνοχή τους.
Έτσι οι εικόνες απογυμνωμένες από την όποια εξήγηση που θα έπρεπε να συντροφεύουν, ταξιδεύουν στιγμιαία στο μυαλό όλων εκείνων των έξελιγμένων' ανθρώπων που χωρίς ποτέ να το καταλάβουν βάσισαν τις σχέσεις τους πάνω στην αδιαλλαξία ενός 'εγώ', που δυστυχώς οι άμοιροι δεν θα καταφέρουν να δουν ότι δεν είναι καν δικό τους.
Και αυτό, όπως και ο ήλιος, θεωρούν ότι έχει μια εξωτερική όψη και αυτή και μόνο είναι αρκετή για να καλύψει τα τυχόν κενά του προσδιορισμού. Οι ακτίνες να αντανακλούν την λάμψη τους στον καθρέφτη και εσύ να αναρωτιέσαι γιατί παραμένεις ανίκανος να νιώσεις την ζεστασιά που κάπου βαθιά στο μυαλό σου είσαι σίγουρος ότι μεταφέρουν.
Κάθε βήμα, επιτάσσει η λογική, μας ωθεί να μετακινηθούμε από το σημείο που στιγμιαία θεωρούμε ότι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε σημείο αναφοράς. Δύο, πέντε, είκοσι βήματα και κάπου κάπου ρίχνουμε μια κλεφτή ματιά προς τα πίσω καρφώνοντας το βλέμμα μας σε εκείνο το σημείο που όμως πλέον φαντάζει τόσο ξένο και αφιλόξενο.
Ίσως φίλε μου, αυτή η υπαρξιακή ανασφάλεια είναι που κάνει τις σχέσεις τόσο επίπλαστες. Ίσως το σημείο αναφοράς που με τόση άνεση αφήνουμε να μεταβάλλεται, βορά στην αλλαγή των συνθηκών του περιβάλλοντος δεν είναι και τόσο ασήμαντο όσο οι διάφορες φωνές, που το σύστημα της τηλεκατεύθυνσης προτάσσει εναντίον μας στον αγώνα της υποταγής, προσπαθούν να μας πείσουν και ίσως κάποιες φορές με αναίδεια να μας 'διδάξουν' να μην το λαμβάνουμε και τόσο υπόψη μας.
Το κομμάτι εκείνο του χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου που έχει την δύναμη να τον σπρώχνει να αναζητήσει ή να διεκδικήσει, έχει όνομα και λέγεται εγωισμός. Όπως το κάθε τι λοιπόν στη φύση, έσωθεν ή έξωθεν, έχει και πρέπει να έχει, μια θετική και μια αρνητική πλευρά.
Ο δάσκαλος του Αλέξανδρου σωστά είχε αναφερθεί στη μεσότητα, χαρακτηρίζοντας έτσι με αυτόν τον τρόπο το κέντρο τούτης της κατάστασης που ονομάζουμε εγώ, λέγοντας συγκεκριμένα ότι η ανάγκη ή η όρεξη, όταν συνοδεύεται από λάθος κίνητρα, με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε λανθασμένες εμπειρίες. Εμπειρίες που αποτελούν το κέντρο της διαμόρφωσης της ατομικής πραγματικότητας. Γινόμαστε λοιπόν θρασύς ή δειλοί αναλόγως πως θα επιλέξουμε να τροφοδοτήσουμε το θάρρος μας και έτσι να έρθουμε όσο πιο κοντά, ο καθένας από εμάς ατομικά θα ήθελε, στην ευδαιμονία.
Κάθε ένας λοιπόν μεμονωμένα, δεν μπορεί τις περισσότερες φορές να το εντοπίσει και να το προσδιορίσει, όμως αν αυτή του η συναισθηματική κατάσταση δεν είχε κάποιο τελικό σκοπό, τότε θα συνέχιζε επ`άπειρον να ζει χαμένος, περπατώντας απλά από τον ένα σκοπό στον άλλο. Χωρίς ποτέ δυστυχώς να καταφέρει να προσεγγίσει ουσιαστικά τούτη την ευδαιμονία η οποία θα μπορούσε να του διδάξει την έννοια της αυτάρκειας.
Εγκλωβίζεται λοιπόν σε εκείνη την πρόστυχη αδιαλλαξία που ένα 'εγω' τον ωθεί να δημιουργήσει και έτσι δυστυχώς αυτή η αυτάρκεια όλο και απομακρύνεται, έστω και ως απώτερος σκοπός ή επιδίωξη.
Έτσι λοιπόν πάντα βρίσκεις τον εαυτό σου να ωθείται για τους λάθος λόγους να επιλέξει ανάμεσα σε δύο υποτιθέμενους εχθρούς που η ζωή σε μαθαίνει ότι αλληλοσυγκρούονται.
Από την μια η έλλειψη και από την άλλη η υπερβολή. Στη μέση δυστυχώς εκτός από την ουσία της αρετής που θεωρείς κάτι έξω από εσένα, σαν τις ακτίνες του ήλιου βρίσκεται και η αδιαλλαξία του προαναφερθέντος εγώ που συνεχίζει να σε πιέζει να παραμείνεις αμέτοχος και θεατής.
Η τιμή και η αρετή δοξάζονται πάντα υπεράνω κάθε κοινωνικής διαστρωμάτωσης και κατοχής πλούτου. Αυτή ήταν η φράση, χαραγμένη με μπόλικο θράσος σε ένα παλιό ξύλινο παγκάκι που η καθημερινότητα σε είχε μάθει να χρησιμοποιείς, ήταν που σε έκανε να αναρωτηθείς. Τι σημαίνει άραγε τιμή και τι σημαίνει αρετή;
Σου ήταν δύσκολο να απαντήσεις σε μια τέτοια ερώτηση και έτσι για μέρες περιέφερες το σαρκίο και τις διαθέσεις σου από εδώ και από εκεί, κυοφορώντας σιωπηλά την απάντηση. Ήταν στη μέση λοιπόν της Άνοιξης, όταν βρέθηκες επιτέλους σε μια έρημο και με ηρεμία άφησες το βλέμμα σου να χαϊδέψει το τίποτα και από εκεί να χαθεί στον ορίζοντα και στα πάντα.
Εκείνη η φράση στο παγκάκι, σε είχε βοηθήσει να ξεκινήσεις να παρατηρείς ότι τελικά τα πάντα ζουν μέσα μας και έτσι η μοναδική δύναμη που μπορεί να μας 'υποτάξει' είναι η δική μας.
Έσο εγκρατής. έμαθες μέσα από τα προστάγματα της κοινωνίας και προσπάθησες με ζήλο να το εφαρμόσεις. Όμως έτσι δυστυχώς δύσμοιρε δεν θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις φρόνιμος. Η δόξα της ζωής δεν είναι να συγκρατούμε τις οποιεσδήποτε κακές επιθυμίες που γεννιούνται μέσα μας. Η δόξα φίλε μου και το ύψιστο φτάσιμο, η Ιθάκη που πάντα οφείλουμε να έχουμε ως σκοπό, είναι να καταφέρουμε να σταματήσουμε να τις γεννάμε. Να γίνουμε φύση φρόνιμοι και έτσι να σταματήσουμε να επιθυμούμε οτιδήποτε άλλο από αυτό που θα μας οδηγήσει στην πολυπόθητη μεσότητα.
Από εκεί ξεκινά λοιπόν μια ατραπός νέα η οποία αν και απαιτητική, μέσα από τη δική της εξελικτική λογική, έχει τη δύναμη να μας οδηγήσει με ασφάλεια στο λιμάνι της δικής μας Ιθάκης.
Έσο φρόνιμος, λοιπόν φίλε μου, έχεις κάνει το βασικότερο ΟΛΩΝ των βημάτων που απαιτούνται και έχεις δημιουργήσει εκείνη τη βάση μέσα σου, που με ασφάλεια θα σε πάει στο παρακάτω.
'Η φρόνηση γεννά σοφία', διάβασες λίγο καιρό μετά σε εκείνο το ίδιο παγκάκι και χαμογέλασες. Τούτη η πανέμορφη χώρα της σοφίας που πάντα κάθε οδοιπόρος συνειδητοποιεί μονάχα στο τέλος της διαδρομής ότι μπορεί να προσεγγίσει ηθικά αλλά να φτάσει και να κατακτήσει ουσιαστικά διανοητικά. Διττή σημασία και περίπλοκη ανάλυση για κάτι που κανονικά θα έπρεπε να είναι ορατό και κατανοητό από όλους. Όμως τότε θα ακύρωνε όλη εκείνη την όμορφη διαδικασία της εξέλιξης που μάθαμε να ονομάζουμε εμπειρία.
Σοφία λοιπόν ως ταξίδι αλλά και 'έσο φως' σαν προορισμός. Ένα φως όμως που από μόνο του δεν έχει τη δύναμη να κρατήσει κανένα φρόνιμο και έτσι ένας σοφός κάποιες φορές ενδέχεται να βρει τον εαυτό του ανεπαρκή για να αντιμετωπίσει όλα εκείνα τα πρακτικά ζητήματα που η ίδια η ζωή του στήνει απέναντι του ως εμπόδιο και ως κίνητρο.
Εκεί λοιπόν ο τυχερός, και εύχομαι φίλε μου να είσαι ένας από αυτούς, έχει πλέον αφήσει τούτο το εσωτερικό φως να θεριέψει και να φωτίσει τόσο πολύ τα μέσα του ώστε να μπορεί παρατηρώντας εκεί στο κέντρο της δικής του συνείδησης να εντοπίσει το επόμενο σκαλοπάτι της εξέλιξης που λέγεται ανδρεία και η οποία πάντα θα ορίζεται ως η μεσότητα μεταξύ του φόβου και του υπερβολικού θάρρους.
Ο σοφός λοιπόν που βρίσκει ίσως τον εαυτό του ανεπαρκή, σίγουρα φοβάται, όμως τούτος ο φόβος δεν μπορεί να τον προσδιορίσει σε κανένα επίπεδο διότι η σοφία τον έχει εξελίξει τόσο ώστε να μπορεί να δημιουργεί στο μυαλό του εκείνο το μονοπάτι που ο συλλογισμός απαιτεί ώστε σαν διαδικασία να τον βοηθήσει να πράξει με τον ορθότερο δυνατό τρόπο.
Ένα μυητικό ταξίδι τελικά που όπως όλα τα ταξίδια με νόημα και ουσία, σε οδηγεί νομοτελειακά πάντα στο σημείο από το οποίο ξεκίνησες.
Κοπιάζοντας αρκετά κάτω από τον καυτό ήλιο, περπατώντας την έρημο της αμάθειας και της αδιαλλαξίας, επέστρεψες σε εκείνη την αρχή της φρόνησης, κουβαλώντας όμως πλέον όλα τα απαραίτητα εφόδια για να την σώσεις και να την προσθέσεις στο δισάκι των αποκτημάτων σου, που προσπαθώντας να ανέβεις στο τέταρτο σκαλοπάτι της εξέλιξης, είναι σίγουρο ότι θα σου ζητηθεί ως εισιτήριος λέξη.
'Εγώ ειμί ο σώφρων', ίσως καταφέρεις να αρθρώσεις μπροστά στο φρουρό και έτσι να καταφέρεις να φτάσεις σε εκείνο το τελικό στάδιο που όμως το μόνο που μπορεί να προσδιορίσει δεν είναι τίποτα άλλο από την αέναη αρχή. 'Εγώ ειμί ο σώφρων΄λοιπόν, δηλώνοντας έτσι ότι πλέον βρίσκεσαι συνειδητά στο κέντρο, ανάμεσα στην ηδονή και τη λύπη. Ανάμεσα στην αναισθησία και την ακολασία. Μάρτυρας τούτου του πανέμορφου θανάτου του δυισμού και κυρίαρχος πλέον του κόσμου. Απλώνοντας το μυαλό σου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και νιώθοντας πλέον ως ένας ΄μαθητής' και περιπατητής του κόσμου, αφήνοντας τούτη την παγκοσμιότητα να καλύψει κάθε κύτταρο σου εις το διηνεκές, γνωρίζοντας πλέον ότι θα μεταφέρεις διαρκώς το θανάσιμο μυστικό της μεσότητας. Αυτό το μυστικό που πρώτος ο μαθητής του Πλάτωνα μαρτύρησε και αυτό το ίδιο μυστικό που κάθε καβαλάρης μπορεί να εντοπίσει ανά πάσα στιγμή γύρω του.
Ένα τετράγωνο φίλε μου, του οποίου η κάθε πλευρά χαρακτηρίζει και από ένα σκαλοπάτι αυτής της ατραπού. Ένα τετράγωνο που όμως όταν σταθείς στο κέντρο του και ξεκινήσεις να περιστρέφεσαι, με τα χέρια ανοιχτά και την καρδιά σου φορτωμένη μόνο αγνές προθέσεις, τότε παρασυρόμενο σε τούτη τη δίνη, στο αποτέλεσμα μεταμορφώνεται σε έναν μεγαλοπρεπή κύκλο, αφού η φυγόκεντρος πιέζει με ανεξέλεγκτη δύναμη τις γωνίες με τέτοιο τρόπο που τις ωθεί μόνο προς της κατεύθυνση της λείανσης.
Περιστρεφόμενος λοιπόν και αν είσαι τυχερός, θα καταφέρεις φίλε μου να μάθεις τη μεσότητα και μέσω αυτής ότι η τιμή και η αρετή βρίσκονται και θα βρίσκονται εσαεί υπεράνω των κοινωνικών τάξεων και του όποιου πλούτου ο οποίος δεν θα μπορέσει ποτέ να αγοράσει την γαλήνη που μπορεί να σου προσφέρει ένας γεμάτος και μεστός βίος που οδηγείται από την αλήθεια και τις αγαθές προθέσεις τόσο προς τον εαυτό όσο και ως προς όλους τους ΄'εταιρους εαυτούς' που πάντα θα αντανακλούν την ανασφάλεια τους μέσα από την ύπαρξη ενός ανούσιου 'εγω'.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Φως, περισσότερο φως...


Ο αέρας άρχισε να τελειώνει και εσύ ξεκίνησες να βυθίζεσαι σε εκείνο το συναίσθημα που ο θάνατος έχει την δυνατότητα να επιβάλλει απόλυτα όταν έστω και θεωρητικά πλησιάζει προς το μέρος μας, ωθώντας μας να νιώσουμε εγκλωβισμένοι και αβοήθητοι. Είναι η άλλη πλευρά ενός νομίσματος για το οποίο πάντα άκουγες αλλά ποτέ δεν είχες δει με τα δικά σου μάτια.
Η απουσία του αέρα έγινε εντονότερη και το μαύρο που από ώρα είχε καλύψει τα πάντα γύρω σου, άρχισε να γίνεται βαθύτερο, Η ελπίδα της ανταμοιβής καθιστά γλυκύ τον μόχθο και ίσως μέσω αυτής είχες υπομείνει για αρκετό καιρό σκέψεις και συναισθήματα που μέσα από την δική τους αυτονομημένη πραγματικότητα, σε έσπρωχναν με δύναμη σε καταστάσεις και συνήθειες μακριά από το μονοπάτι της εξέλιξης.
Κοίταξες γύρω σου και το μαύρο αν και παρέμεινε εκεί, φρουρός και πύλη προς μια άλλη πραγματικότητα, δεν μπορούσε να σε βοηθήσει σε τίποτα. Είχες αρχίσει να το αποδέχεσαι και έτσι κάποια μικρά σημάδια ενδοιασμού ή όπως συνήθιζες να τα ονομάζεις, σημάδια προσωπικής δυσπιστίας, είχαν αρχίσει να υποχωρούν κάτω από το βάρος τούτου του μοναδικού μυστικού, το οποίο ήσουν πλέον έτοιμος να ζήσεις.
Μια μικρή στιγμή σιγής και αμέσως μετά μια γερασμένη, μπάσα φωνή ερχόμενη από κάπου βαθιά μέσα από το μυαλό σου, κάλυψε τα πάντα απλώνοντας λέξεις και ερωτηματικά. Πως βρέθηκα εδώ και κυρίως για πιο λόγο;
Αυτή η ερώτηση όφειλες να ομολογήσεις ότι σε έφτασε στο δικό σου αδιέξοδο, το οποίο τώρα κοιτούσες με μια ανασφάλεια η οποία μέσα σε δευτερόλεπτα κάλυψε κάθε σου κύτταρο.
Θυμήθηκες τον φιλόσοφο που στιγμές πριν κλείσει τα μάτια του για πάντα, το μόνο για το οποίο νοιάστηκε ήταν απλά για λίγο περισσότερο φως.
Πόσο παράταιρο σου φάνηκε μέσα στον πανικό σου και ταυτόχρονα πόσο σωστό. Πως άραγε επαναστατείς εναντίον ενός τόσο παντοδύναμου εχθρού;
Αγνοώντας τον ή κοιτώντας τον κατάματα, αφαιρώντας του την δύναμη της επιβολής του φόβου.
Ένα ακόμα ερώτημα να απαιτεί μια ακόμα απάντηση. Ξεκίνησες έτσι, με τόσες απορίες μαζεμένες γραμμικά η μια δίπλα στην άλλη, να νιώθεις κάπως σαν δάσκαλος που η ζωή τον αναγκάζει να προσδιοριστεί μέσα από τη διδαχή.
Θυμήθηκες εκείνο τον γκριζομάλλη τύρρανο των νιάτων σου, που συχνά πυκνά κοιτώντας σε κατευθείαν στα μάτια, επαναλάμβανε με στόμφο πάντα την ίδια ατάκα. Πρώτα χρειάζεται να διδαχθούμε και να μάθουμε και μετά να διδάξουμε. 
Όμως όσο και να μάθεις το σκοτάδι, με πιο τρόπο μπορείς να το διδάξεις, όταν φτάνεις σε εκείνο το σημείο στο οποίο απλά καταλαβαίνεις ότι αυτό και μόνο αυτό είναι το δικό σου φως.
Μυστήριο είναι φίλε μου, σου ψιθύρισε πριν από καιρό μια τυχαία συντροφιά, μόνο ό,τι δεν έχουμε τον χρόνο και την όρεξη να παρατηρήσουμε σε βάθος. 
Έτσι, προσπαθώντας να αξιοποιήσεις εκείνη την συμβουλή που αυθόρμητα, όπως οι περισσότερες άλλωστε σκέψεις σου, αναδύθηκε απροσδόκητα στο συνειδητό σου, άνοιξες τα μάτια και ξεκίνησες εκ νέου να παρατηρείς το μαύρο που σε είχε τυλίξει.
Επέμεινες για αρκετή ώρα και την στιγμή που κάτι ξεκίνησε να αλλάζει, αυτόματα χαμογέλασες αποδεχόμενος ετούτη την εξέλιξη. Μια μικρή κουκίδα άρχισε να ξεθωριάζει κα να αποδομείται με τέτοιο τρόπο ώστε στο τέλος ανάμεσα σε ένα αμέτρητο μωσαικό μαύρων κουκίδων, αυτή η μια-η αποδομημένη- μέσα από το κατακόκκινο χρώμα της, μπόρεσε ξεκάθαρα να ξεχωρίσει. Ύστερα μια ακόμα και ακόμα μια, ώσπου ώρα μετά, με τα μάτια ανοιχτά, έστεκες απέναντι σε ένα μοναδικό μωσαικό αμέτρητων χρωμάτων και αποχρώσεων τα οποία είχαν την δύναμη να ερεθίσουν το μυαλό σου τόσο ώστε να το ωθήσουν να αναζητήσει κάποια λογική ή έστω λογικοφανή αιτιολογία.
Η αποδόμηση ήταν εμφανής και μέσω αυτής της απλοποίησης τούτη η εξήγηση ήταν σχετικα εύκολη να βρεθεί. Το μαύρο δεν είναι χρώμα καθ` αυτό αλλά η σύνθεση όλων των χρωμάτων. Χρώματα τα οποία αναμεμειγμένα όλα μαζί χάνουν την προσωπική τους ταυτότητα και προσθετικά ξεκινούν να αποτελούν κομμάτια ενός καινούργιου συνόλου, χάνοντας έτσι δυστυχώς οριστικά την μοναδικότητα τους. Αρα λοιπόν απλά ακολουθώντας τα νοητά τούτα βήματα οπισθοχωρώντας, ήταν εύκολο να δεις πως προέκυψαν όλα αυτά τα χρώματα.
Η δυσκολία, κατάλαβες ότι κρυβόταν σε άλλο σημείο αυτής της νοητικής ανάλυσης και είχε να κάνει ξεκάθαρα με τον αποσυμβολισμό της κάθε κουκίδας ξεχωριστά. Θυμός, όρεξη, εξαπάτηση, αγάπη, πόθος, αγωνία, εξέλιξη. Διαφορετικές εμπειρίες και συναισθήματα που μετρώντας τα, τα βρήκες όλα εκεί. Ένα χρωματικό κολάζ γεμάτο στιγμές με κάθε μια από αυτές να προσδιορίζεται μέσα στο μυαλό σου και με ένα διαφορετικό χρώμα. Μπλε, κόκκινο, πορφυρό, άσπρο. Σαν πέπλα που όφειλες να περάσεις από μέσα τους, σε αυτή την μοναδική μύηση της ψυχής σου στο χωροχρονικό της ύπαρξης.
Άνοιξες λοιπόν τα μάτια σου πλατύτερα και μέσα από αυτά, όλες τις πόρτες του μυαλού σου οι οποίες για καιρό παρέμειναν κλειστές και ανέπαφες. Ήταν κυρίως ο φόβος που τις είχε κλειδώσει μια προς μια, σταδιακά κάθε φορά που βρήκες τον εαυτό σου αντιμέτωπο με τον μέγα εκείνο αξιωματούχο της φθοράς. Έτσι, αυτό το μαύρο που αρχικά απλώθηκε μπροστά σου, εμποδίζοντας σε να δεις, με έναν ίσως ειρωνικό τρόπο σε ώθησε να προσπαθήσεις να δώσεις στο μυαλό σου τις αποδείξεις εκείνες που χρειαζόσουν ώστε να κατανοήσεις ότι τόσο καιρό απλά νόμιζες ότι βλέπεις.
Τούτη η σύνθεση λοιπόν σκέφτηκες, δεν αποτελεί τίποτα παραπέρα από μια απλή μορφοποίηση της ολότητας. Ότι υπήρξε και ό,τι είναι. Όμως τότε από που πηγάζει ο φόβος;
Η φωνή πίσω σου εξακολουθούσε να εξηγεί με το δικό της τρόπο ότι εν το παν και εκ του παντός το εν.
Μια διαπίστωση απαλλαγμένη από τη φθορά που ο χωρόχρονος επιφέρει στις εξελικτικές καταστάσεις που βρίσκονται ακόμα στη διαδικασία της εξέλιξης. Αμέσως μετά, μια ερώτηση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ίσως η δυσκολότερη όλων. Πόσο έτοιμος είσαι άραγε ό,τι έχεις και μπορείς να προσδιοριστείς μέσα από την ύπαρξη και την κατοχή του, να το μαζέψεις ένα σωρό, όπως λέει χαρακτηριστικά ο αδελφός στο δικό του παρελθόντα χρόνο και να το παίξεις μια ζαριά και χάνοντας να μην βγάλεις μιλιά για ετούτη την απώλεια.
Αν σε ρωτούσα λίγο καιρό νωρίτερα, ίσως απαντούσες αρνητικά. Όμως κάτω από το φως των νέων δεδομένων που η ανάλυση του μαύρου σου έδωσε, ίσως τώρα πλέον έχεις καταλάβει. Ο φόβος της απώλειας είναι που κάνει το παιχνίδι επικίνδυνο ή χωρίς κάποια ουσιαστική ή έστω επιφανειακή απόλαυση. όχι το ίδιο το παιχνίδι.
Άρα κατανοώντας τούτη τη θεμελιώδη αρχή του σύμπαντος, ίσως ως άλλος Μιθριδάτης δεχτείς γουλιά γουλιά να πνίξεις τούτο το φόβο φανερώνοντας την αληθινή πλέον φύση των πραγμάτων. Σκοτώνοντας τον θάνατο δεν θα χρειαστεί ποτέ να πεθάνεις. Σκοτώνοντας τον φόβο, δεν θα χρειαστεί να περιορίσεις ξανά τον εαυτό σου σε όρια. Σκοτώνοντας την ιδέα του ψεύτικου εαυτού που στέκει μπροστά σου ως ανυπέρβλητο εμπόδιο κάθε φορά που η καρδιά σου ελκύεται από την εξέλιξη, ίσως βρεις την πραγματική σου ταυτότητα.
Η φωνή όσο εσύ είχες χαθεί σε τούτες τις σκέψεις σταμάτησε και έπρεπε να βάλεις μια τελεία μέσα σου για να μπορέσεις να το συνειδητοποιήσεις.
Με μια απροσδόκητη κίνηση που σε ξάφνιασε, ένα χέρι σε άρπαξε γερά και με δύναμη σε ώθησε να περάσεις μέσα από όλο αυτό το πολύχρωμο μωσαικό το οποίο μέσα από αυτή τη μικρή στιγμή σιωπής είχε επιστρέψει στην αρχική μονότονη κατάσταση του.
Μέσα από το απόλυτο μαύρο λοιπόν σε μια νέα πραγματικότητα, πλημμυρισμένη από ένα έντονο φως που σε ώθησε να γεμίσεις ελπίδα και ζωντάνια. Είχες καταλάβει. Μόνο τότε, εκείνη τη στιγμή που μπορούμε να επιβάλουμε στον εαυτό μας να αποβάλει την επιθυμία της ίδιας της επιθυμίας, τότε και μόνο τότε μπορούμε να επιθυμήσουμε πραγματικά.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Εναλλαγές


Διαδικασίες επίπονες και χρονοβόρες. Έτσι χαρακτηρίζονται πάντα τα χρονικά διαστήματα μεταξύ ενεργειών. Ζείς σε μια αναμονή και συνήθως μαθαίνεις να αφήνεις την ζωή να επιλέξει στη θέση σου και έτσι παραμένοντας κρυμμένη πίσω από την παιδική ταμπέλα που θα έπρεπε να έχεις πετάξει από καιρό, χαμογελάς διότι έτσι νομίζεις ότι και πάλι και θα ξεφύγεις και θα παραμείνεις ατιμώρητη.
Και τούτα τα διαστήματα όλο και μεγαλώνουν και γίνονται περισσότερο επίπονα. Ειδικά τις στιγμές που χωρίς να είσαι προετοιμασμένη η ζωή σε κοιτά με συμπόνια και σου συμπεριφέρεται όπως αρμόζει σε ένα παιδί.
Δεν είσαι όμως παιδί και αυτό σε ενοχλεί. Το σώμα σου φωνάζει την εξέλιξη σου με τον πλέον έκδηλο τρόπο. Σε
κάθε ευκαιρία στέκεις γυμνή απέναντι στον καθρέφτη της ψυχής σου ή των άλλων και με αυτό τον τρόπο θεωρείς ότι μπορείς να επιβάλλεις τις θέσεις σου. Με φωνές και κραυγές. Πόσο ειρωνικό είναι άραγε αυτό σε σχέση με την εικόνα που προσπαθείς να έχεις προς τα έξω.
Και τα διαστήματα όλο και μεγαλώνουν. Έτσι παράλληλα μεγαλώνουν και οι φωνές και δυστυχώς το μόνο που εξελίσσουν είναι την διαδικασία συντήρησης τους.
Πόσο άραγε μπορούν να σε πληγώσουν τα βραδινά δάκρυα που ως εισπράκτορας, βαρετά μαζεύεις από όλους αυτούς τους τύπους που η ανάγκη σε ωθεί να ξαπλώσεις στο κρεββάτι σου?
Δυο τρία λόγια επεξηγηματικά και μετά πάντα η ίδια διαδικασία. Λες και υπάρχει μια σχολή από την οποία έχουν όλοι περάσει και τους έχει διδάξει τα ίδια βήματα που χρειάζονται να ακολουθήσουν ώστε να απορροφήσουν όλη σου την ενέργεια.
Έτσι κάθε βράδυ ξεψυχάς και μένεις με τα μάτια ανοιχτά και την καρδιά σαν αντλία, μηχανικά να προσπαθεί να συντονίσει την κίνηση της με το ροχαλητό που ακούγεται μια ανάσα παραδίπλα.
Κάθε πρωί που το μαρτύριο τελειώνει μένεις μόνη και ανακουφισμένη υπόσχεσαι ότι θα αλλάξεις. Δεν το έχεις καταφέρει στο ελάχιστο, όμως είναι όμορφο να σε ακούς να το λες. Σαν ένα μάντρας που επαναλαμβανόμενο πιστεύεις ότι έχει τη δύναμη να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι ότι γύρω σου ορίζεται ως ζωή.
Είπαμε όμως, οι διαδικασίες είναι επίπονες και σε βαραίνουν κάθε μέρα που ο ήλιος χάνεται και δίνει τη θέση του στο έρεβος. Νιώθεις το αυξανόμενο βάρος και λόγω έλλειψης θάρρους απλά φαντασιώνεσαι οτι έρχεται εκείνη η μέρα που το αλλάζεις. Μετά όμως κενό. Θες να το αφήσεις πίσω σου και να προχωρήσεις, όμως δυστυχώς δεν ξέρεις με τι θα ήθελες να το αντικαταστήσεις.
Ένα κενό που σε περιγράφει και ταυτόχρονα σε κάνει να δημιουργείς τόσο έντονα αισθήματα ενοχής μέσω τον οποίων νιώθει σίγουρο ότι θα συνεχίσεις να το συντηρείς.
Ήταν εκείνη την ημέρα που μια μικρή απροσεξία σε ώθησε να καθυστερήσεις τόσο ώστε να χάσεις το τρένο για μια και μόνο στιγμή. Το είδες να απομακρύνεται και όσο μεγάλωνε η απόσταση που δημιουργούσε η κινηση μεταξύ σας, τόσο μεγάλωνε και η απόγνωση σου. Έφυγες τρέχοντας προς την έξοδο και βγήκες στο δρόμο. Σχεδόν έπεσες πάνω στο πρώτο αυτοκίνητο που βρέθηκε μπροστά σου και με δάκρυα στα μάτια και το μπούστο ακάλυπτο,  παρακάλεσες τον οδηγό να εξαλείψει τούτη την απόσταση που δημιουργούσε όλο αυτό το πρόβλημα.
Εκείνος μαγνητισμένος από την υπόσχεση που μετέφεραν τα μισάνοιχτα μπούτια σου, δέχτηκε. Εσύ χαμογέλασες και νόμιζες ότι ξεγέλασες το θάνατο και ανέβηκες πιο πάνω. Όμως τίποτα δεν είναι πιο σοφά και στέρεα φταγμένο στο διηνεκές από το χάος. Αυτή η πρωταρχική υπαρξιακή κατάσταση από την οποία ξεκινά η τάξη.
Όταν το κατάλαβες ήταν πλέον αργά. Σε είχε απορροφήσει όλη αυτή η κατάσταση τόσο πολύ, που όταν έμαθες την αλήθεια η αρχική σου αντίδραση ήταν έντονα αρνητική. Ο αγγελιοφόρος γέμισε με παράσημα και διακοσμητικά, μόνο και μόνο επειδή φοβήθηκες ότι αυτό που μετέφερε είναι αλήθεια. Μετά λοιπόν από τούτο το αρχικό ξέσπασμα, αποφάσισες να διαπιστώσεις μόνη σου την αληθινή φύση της κατάστασης.
Κατέβηκες λοιπόν στην αποβάθρα και όταν είδες το τρένο να πλησιάζει η καρδιά σου σκίρτησε. Είχες να το δείς αρκετό καιρό και τώρα μέσα από τούτη την επαφή κατάλαβες πόσο σου έλειψε. Άφησες τη ματιά σου να το χορτάσει και όταν έκλεισαν οι πόρτες και ακούστηκε ο ήχος που η κίνηση παρήγαγε, προς στιγμήν σου κόπηκε η ανάσα. Η αμφιβολία του όλου εγχειρήματος υπήρξε εξ αρχής συνοδηπόρος σου. Έμεινες μετέωρη και τη στιγμή που ένιωσες να πισωπατάς και να θέλεις να λιποτακτήσεις, επανέφερες στο νου σου το λογο που σε ώθησε να φτάσεις ως εκεί. Έτσι πήρες μια βαθιά ανάσα και σταύρωσες τα χέρια μπροστά στο στήθος σου. Όχι από ασφάλεια, ένιωθες ανυπομονησία. Συγκρατημένη όμως και σε μεγάλο βαθμό μπολιασμένη με την αμφιβολία και έτσι ακόμα δυσκολότερη να την διαχειριστείς.
Έναν αιώνα αργότερα, διότι τόσο σου φάνηκε το διάστημα της αναμονής, ο ήχος από τα δεξιά σου έδωσε το στίγμα μιας κίνησης που κατευθυνόταν προς τα εσένα. Το τρένο σταματησε, οι επιβάτες αντάλλαξαν πορείες και όταν έφυγε, εσύ παρέμεινες καθηλωμένη να το κοιτάζεις εως ότου χάθηκε από το οπτικό σου πεδίο. Έκανες τρία βήματα προς τα πίσω και όταν ένιωσες τον τοίχο να σε σταματά, το είδες ως θείο δώρο.
Οι σκέψεις σου έτρεχαν και το κορμί σου ήταν αρκετά επιρρεπές σε αυτή την κίνηση. Έτσι ο τοίχος λειτούργησε ως ένα οχύρωμα.
Τελικά λοιπόν είχαν δίκιο. Υπήρχαν παραπάνω τρένα. Φεύγει το ένα και λίγο αργότερα έρχεται το επόμενο.
Ένιωσες προδωμένη. Το ένστικτο σου σε είχε προδώσει εκείνη την ημέρα που σε ώθησε να βγείς τρέχοντας στο δρόμο και να ανταλλάξεις την επιλογή της ελευθερίας σου με μια δεσμευτική καθημερινή σκλαβιά που ένω σου εξασφάλιζε την ασφάλεια που ζητούσες, εντούτις σου αποστέρησε το δικαίωμα της επιλογής.
Δεν μπορούσες να κάνεις κάτι. Η απόφαση είχε πλέον παρθεί και οι συνέπειες ήταν παρούσες και απαιτούσαν πληρωμή. Μεγάλες αποφάσεις και σίγουρα ανάλογες συνέπειες οι οποίες ανεξαρτήτος προσήμου υπήρξαν άμεσα απαιτητές,
Η λογική σου σε είχε οδηγήσει να δεχτείς την αποπληρωμή κυρίως λόγω φόβου που είχε καταφέρει να τρυπώσει μέσα από όλη αυτή την αποσταθεροποίηση και έτσι τελικά μόνη σου έπεσες σε μια παγίδα, τόσο απλοική και εύκολα προσβάσιμη που ακόμα και ένα παιδί θα μποούσε να την αποφύγει.
Όμως από το μπορώ μέχρι το κάνω υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα που έρχεται η πράξη να γεφυρώσει. Μόνο αυτή έχει την δυνατότητα να το κάνει και δυστυχώς δεν υποκύπτει σε πιέσεις και εκβιασμούς.
Έρχεται μόνο μέσα από την λογική ή ίσως απλά την εκλογίκευση των καταστάσεων και αυτό χρειάζεται και απαιτεί ένα συστατικό που εν δυνάμει είχες. Δεν μπορούσες όμως να το εξωτερικεύσεις και έτσι να το αξιοποιήσεις.
Υπομονή χρειαζόσουν και εδώ και μερικά λεπτά από τη στιγμή που το τρένο έφυγε και χάθηκε στο τούνελ στα αριστερά σου, το κατάλαβες απόλυτα και έτσι για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό χαμογέλασες.
Έκατσες αρκετή ώρα με την πλάτη στον τοίχο να παρατηρείς τα τρένα που έρχονταν και έφευγαν μέσα σε μια δική τους μελωδική και χρονικα απολύτα κανονισμένη εναλλαγή. Τρία βήματα μπροστά και αφού μπήκες στο τελευταίο βαγόνι και οι πόρτες έκλεισαν πίσω σου, η ματιά σου έμεινε να παρατηρεί το σημείο του τοίχου που αρχικά σε συγκράτησε. Το κοίταζες μέχρι να χαθεί από τα μάτια σου όπως ο φαντάρος την αγαπημενη του και όταν το μαύρο κάλυψε τα παράθυρα, η εικόνα σου που χωρίς προειδοποίση αντανακλάστηκε στο τζάμι σε ώθησε να νιώσεις όμορφα.
Επιτέλους είχες καταλάβει. Σου πήρε αρκετο καιρό αλλά τελικά το συνειδητοποίησες. Η παγίδα μπορεί να ήταν παιδική αλλά σίγουρα δεν ήταν αμελητέα.
Το χθες ανήκει στο χθες και οι επιλογές μας μας χαρακτηρίζουν μέσα σε αυτά και μόνο τα χρονικά όρια.
Κάθε στιγμή γεννιέμαι, λέει ο ποιητής, αρκεί να μπορώ κάθε στιγμή να είμαι διατεθειμένος να πεθάνω...

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Μια ακόμα γραμμή στο τοίχο


Πλημμύρισες με χρώματα και ξέχασες το άσπρο, αυτό που όλες τις θλίψεις σου σε έκανε να ξεχνάς. Τώρα πια βαρυσήμαντα δηλώνεις και πλανιέσαι, σε τούτο το χορόδραμα που έπαψες να κοιτάς.
Είναι η σιγουριά του συναισθήματος που σε γεμίζει η σωστή επιλογή. Εκείνη, που από τα αρχαία χρόνια οι πολλοί, ονόμασαν ηθική. Αυτή που κρατά τούτο το μπουρδέλο ενωμένο και ζωντανό.
Έρχεται σχεδόν από την αρχή του χρόνου να προσδιορίσει τι είναι σωστό και τι όχι. Αυτό που υπάρχει όμως σαν κοινό μυστικό για ετούτη την κατάσταση είναι ότι ο χρόνος δεν υπήρξε ποτέ ενιαίος και η αρχή του στη δική σου αντίληψη είναι απλά η αρχή της δικής σου ύπαρξης μέσα από την αποδοχή κάθε κίνησης και ιδέας που οι πολλοί βάφτισαν ηθική.
Η λογική της πλειοψηφίας ορίζει και το δίκαιο, σου είπε κάποιος, κάπου, κάποτε και εσύ χαμογέλασες μην μπορώντας να κρύψεις την αμηχανία σου.
Δεν ήξερες για τι ακριβώς μιλούσε. Όμως το πρόβλημα, αν κάποιος θεωρήσει ότι σε τούτη την εικόνα υπήρξε κάποιο πρόβλημα, υπήρχε σε ένα άλλο σημείο του συναισθήματος σου. Εκείνο που ήθελε να φωνάξει "Δεν με νοιάζει!!". Και γιατί να σε νοιάζει άλλωστε;
Η ανάλυση της θεωρίας ποτέ δεν υπήρξε στην λίστα των πλεονεκτημάτων σου. Τα πάντα γίνονται γιατί απλά γίνονται και αυτό πιθανότατα έστεκε μέσα σου σαν το μοναδικό δεδομένο που ένιωθες ότι χρειάζεται να έχεις. Μονάδα μέσα στο σύνολο με όνομα και όνειρα. Πραγματικά δεν σκεφτόσουν ότι υπάρχει κάτι πέρα από αυτά.
Πλημμύρισες λοιπόν με χρώματα, αφήνοντας τα χρόνια να σε προσπερνάνε και να σου αφήνουν μόνο μια απορία σχετικά με τη δικαιολόγηση της οποιαδήποτε συναισθηματικής δέσμευσης μαζί τους. Δεν μπορούσες να καταλάβεις την ύπαρξη τους ή καλύτερα δεν μπορούσες να βιώσεις τη δική σου μέσα τους. Έτσι σαν ένας θεατής, παρακολουθούσες μια ζωή να εξελίσσεται και πραγματικά το παράπονο ποτέ δεν σου χτύπησε την πόρτα, αφού αυτό θα σήμαινε ότι κάπως, με κάποιο τρόπο είχες την δυνατότητα να αισθανθείς.
Άφησες δυστυχώς ανυστερόβουλα όλα αυτά τα χρώματα να σε σημαδέψουν και να σε κατατάξουν, χωρίς καν να πολεμήσουν μαζί σου έστω και στο ελάχιστο, για να αποκτήσουν τούτο το δικαίωμα.
Έτσι παρέδωσες αμαχητί το δικό σου λευκό σε έναν εχθρό για τον οποίο δυστυχώς δεν είχες την ελάχιστη εμπειρία που θα σε βοηθούσε να κατανοήσεις τις προθέσεις του. Σου παρουσιάστηκε σαν φίλος και εσύ μέσα από την αποδοχή του, μπόρεσες μόνο να δεις δικαιώματα και προοπτικές.
Δεν διέφερες σε τίποτα από τα υπόλοιπα παιδιά που ανίκανα να νιώσουν οποιοδήποτε συναίσθημα έχει την δύναμη να εγείρει υποχρέωση, απλά απαιτούν και θέλουν.
Τούτο το άσπρο λοιπόν ποτέ δεν μπόρεσε να αντανακλάσει μέσα σου όλα τα μυστικά του, με σημαντικότερο ίσως το δεδομένο της πιθανότητας που δημιουργείται μέσα από το τίποτα. Δεν κατάφερες να το εντοπίσεις διότι πολύ απλά τούτη η κατάσταση για να αποκαλυφθεί, απαιτούσε από εσένα να πράξεις. Κάτι για το οποίο δεν μπορούσες να βρεις τον παραμικρό λόγο.
Είχες όνομα, ταυτότητα και χρήματα στην τσέπη και έτσι παρέμεινες ο οποιοσδήποτε μέσα σε μια γενίκευση του τώρα.
Ένα ακόμα άδειο βλέμμα, κρυμμένο πίσω από κοσμήματα και προκαταλήψεις, δυστυχώς αρκετά ικανές να σε ωθήσουν στην παραδοχή ότι η πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν κάτι παραπέρα από αυτή την ανήθικα φασιστική και απόλυτη δέσμευση που η ορθότητα της ηθικής θέλει να διατυμπανίζει ότι κουβαλά ορθώς και διαιωνίζει μέσω των "σωστών" και "ικανών". Μια ηθική που όμως λανθασμένα θεωρούσες ότι υπάρχει χωρίς περισπασμούς τριγύρω σου, οικουμενική και πανανθρώπινη.
Το λερωμένο κέρμα, αντίτιμο στην επαιτεία, έπρεπε να ορίζεται ως δικαίωμα στον αλτρουισμό της ανωτερότητας. Διαπίστωση μακριά πολύ από την εγωιστική κάλυψη της εκάστοτε μικροψυχίας που με κάθε ευκαιρία πάντα θα θεωρεί υποχρεωτικό να διαιωνίζει μέσα από λερωμένα κέρματα τόσο τη διαφορά στην αξιοπρέπεια όσο και στο κυνήγι της ματαιοδοξίας που ανέκαθεν οι πελάτες έκαστου μπουρδέλου έμαθαν να ονομάζουν όνειρο.
Για όσο αυτό παραμένει όμως μη εφαρμόσιμο και για όσο δεν απαιτεί από τον εκάστοτε φέρελπι ονειροπόλο να πράξει. Μακριά από οποιαδήποτε κατάσταση έχει το δικαίωμα και τον τρόπο να δημιουργήσει ερωτηματικά και να πιέσει για απαντήσεις.
Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό πίσω από τα όνειρα, εκείνα που οι πολλοί ονομάζουν όνειρα ζωής. Είναι τόσο μεγάλα και απαιτητικά που η ίδια τους η φύση τα μεταβάλλει σε μη εφαρμόσιμα όταν κάποιος θα προσπαθήσει να αξιώσει κάποια, οποιαδήποτε, πρακτική εξέλιξη τους.
Χρώματα λοιπόν παντού. Άλλα για να ομορφαίνουν και άλλα για να δημιουργούν ενεργό περισπασμό στη νόηση και έτσι να ταίζουν το μυαλό της επανάστασης με εκείνες τις γνώριμες κλασσικές τροφές του πρέπει ανεξάρτητα από την εμπειρία που η ίδια η ζωή σε βοηθά να αποκτήσεις όλες εκείνες τις φορές που τυχαία διασταυρώνεις το βλέμμα σου με κάποιον που ρυθμικά μουρμουρίζει ένα σκοπό ή γελάει δυνατά, ίσως πιο δυνατά από το σωστό και το πρέπων.
Μέσα λοιπόν από αυτή την οπτική ποτέ δεν θεώρησες αναγκαίο να αναρωτηθείς τι συμβολίζουν τούτα τα χρώματα ή γιατί το διαφορετικό οφείλουμε να το αποδοκιμάζουμε. Έπρεπε να φτάσεις στο τέλος του βιβλίου για να κατανοήσεις και αυτό δυστυχώς δεν κάνει το βιβλίο καλογραμμένο ή ενδιαφέρον παρά εσένα βλάκα.
Ήταν λοιπόν λίγο πριν το κλείσεις και επιτέλους αντικρίσεις το οπισθόφυλλο, που για τόσο καιρό κρατούσες στο χέρι σου και αναρωτιόσουν πως να είναι. Είχες κάνει τόσες εικασίες μέσα στο μυαλό σου, χωρίς βεβαίως την παραμικρή δικαιολογία. Έπρεπε να είναι έτσι διότι έτσι είναι το σωστό ή διότι αυτό περιμένουν οι άλλοι να είναι. Όλοι αυτοί μέσω των οποίων μεγάλωσες και έμαθες να ορίζεις το είναι σου μέσα από τα μάτια τους.
Λίγο πριν κλείσεις τούτο το βιβλίο λοιπόν για πρώτη φορά στη ζωή σου συνειδητοποίησες ότι αυτή η κατάσταση που όρισε όλη σου την ύπαρξη ήταν στηριγμένη πάνω στο πουθενά. Ένα πουθενά που η δική σου πεποίθηση είχε ελκύσει και υιοθετήσει σχεδόν από την αρχή.
Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο τούτο το χορόδραμα έπαψε σε κάποιο σημείο μέσα στο χρόνο να σε ελκύει και έτσι ακολουθώντας την λογική σου, έπαψες να το κοιτάς.
Ένιωθες ελεύθερος μέσα από τα αποκτήματα σου, τα οποία ειρωνικά σε τραβούσαν μέσα από το βάρος τους προς μια αντίληψη γεμάτη με πολλά και μεγάλα προβλήματα οι λύσεις των οποίων ήταν δύσκολο να βρεθούν. Είχες πετύχει στο κομμάτι που τούτο το μπουρδέλο συνδέει με την εξέλιξη, όμως δεν ένιωθες την ευτυχία που σου υποσχέθηκαν σαν αντίτιμο για αυτή την παραχώρηση που έμαθες μεγαλώνοντας ότι οφείλεις να κάνεις και στο αποτέλεσμα μπερδεύτηκες.
Και τώρα πια καημένε, με ποιά ελπίδα θα μπορέσεις να αντισταθείς και μέσα από ποιό μέλλον θα βρεις το χρόνο που απαιτούν οι διεκδικήσεις;
Ίσως πλέον κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν όπως άλλωστε στο διηνεκές ελπίζει και ο ποιητής, όμως σε ποιά πλέον πραγματικότητα θα μπορέσεις να προβάλεις μια άγνοια που μεγάλωσε και μετατράπηκε σε αδιαφορία και έτσι αιχμαλώτισε το είναι σου μέσα σε θεωρίες και χρώματα που το μόνο που χρειαζόταν για να αποκαλυφθούν και να παύσουν  ήταν απλά ένα δάκρυ.
Όμως δυστυχώς εσύ αρχικά δεν βρήκες το λόγο και ίσως αργότερα όταν τον υποπτεύθηκες δεν είχες τον χρόνο.
Έτσι λοιπόν στέκεις εδώ, τραβώντας μια ακόμα γραμμή στον τοίχο, ίσως την τελευταία σου και προσπαθείς από την αρχή να βρεις το κουράγιο να σε πείσεις ότι όλα είναι ψέματα. Αποκυήματα της φαντασίας σου που σε κρατούν μακριά από την πραγματικότητα. Θα σε βοηθήσει ξανά νομίζω, η θολή ματιά που άκοπα θα διασταυρώσεις με την δική σου σε αυτό το μονόπρακτο της δικής σου καθημερινότητας. Μια καθημερινότητα οριζόμενη ως μια συλλογή αποτυχιών που ενωμένες κάνουν την ελπίδα να φαντάζει τόσο απόμακρα άκοσμη και γιατί όχι και λίγο απρεπής...
Καινές λοιπόν προσδοκίες για μια χρονιά που ξεκίνησε και νέα "πρέπει" έτοιμα προς κατανάλωση. Όμως πως άραγε αναρωτιέμαι, μπορείς πλέον να παραλείψεις την ύπαρξη της γνώσης που η τύχη και ο καιρός σε ώθησαν να κουβαλήσεις έστω και αργά, σε ένα σήμερα που σε φέρνει όλο και πιο κοντά στο τέλος των ημερών σου.
Καινές λοιπόν στιγμές και κενές ξανά χαρές να περιμένουν στη γωνία όχι μόνο εσένα, αλλά δυστυχώς όποιον θα προτιμήσει τον δρόμο της κακίας, νομίζοντας ότι η αρετή στον αντίποδα θα ζητήσει ανταλλάγματα που ο ίδιος αδυνατεί να δώσει.