Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Το εγώ μου



Χαμήλωσε το βλέμμα, νιώθοντας την ανάγκη να απομονωθεί. Εστίασε στην ξύλινη επιφάνεια και προσπάθησε να αφήσει τον αέρα να καλύψει όλες αυτές τις φωνές που σε τόσες διαφορετικές γλώσσες, σαν σειρήνες τον καλούσαν στο δικό τους ματαιόδοξο κόσμο.
Δεν μπορούσε με σιγουριά να αποδείξει κάτι τέτοιο, όμως δυστυχώς έτσι το ένιωθε και έτσι το αντιμετώπισε.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή που η φάση τούτης της ιδιότυπης απομόνωσης ξεκινούσε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάθισες απέναντι του και αυτόματα το βλέμμα σου μαγνητίστηκε από τη φιγούρα του.
Στο μυαλό σου ακούστηκε μια ξεχασμένη σκέψη, θαμμένη από καιρό στα υπόγεια του μυαλού σου.
Με σιωπή φωνάζουνε οι άνθρωποι τις μεγαλύτερες κραυγές τους...
Ο αέρας αρκετά δυνατός άφηνε τις λέξεις να ταξιδεύουν και κάποιες αναγκαστικά φιλτραρίστηκαν μέσα από την δική σου αντίληψη, η οποία όμως έχοντας διαφορετικές αντοχές και σε κάποια σημεία διαφορετική οπτική, σε άφησε στο αποτέλεσμα απλό ακροατή γεγονότων και απόψεων για οικείους και ξένους.
Ήταν Αύγουστος και το μεγαλύτερο φεγγάρι του χρόνου έστεκε ακριβώς πίσω σου δείχνοντας το μονοπάτι που οι τρελοί ξέρουν ότι οδηγεί στον τόπο που η ουτοπία κατοικεί. Ένα μονοπάτι που ήξερες ότι ήταν η απάντηση σε όλους σου τους προβληματισμούς.
Όταν κοιτώ τον εαυτό μου να γελά, ποιος είμαι εγώ που γελώ μαζί του? 
Ένα ερώτημα που κουβαλούσες καιρό και η φιγούρα  αυτού του ανθρώπου, που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ο εαυτός που παρατηρείς βιώνοντας την ίδια ανάγκη για απομόνωση, ένιωσες να γελά περιπαιχτικά και ταυτόχρονα να σε περιφρονεί έχοντας τα μάτια του κλειδωμένα σε εκείνη την ξύλινη επιφάνεια η οποία από ώρα είχε λειτουργήσει σαν η δική του προσωπική πύλη που είχε διαβεί προσπαθώντας να ξεφύγει από έναν κόσμο δυστυχώς γεμισμένο μέχρι πάνω με τίποτα.
Μια φασαρία στα αριστερά σου και ελάχιστα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να αποσυνδεθείς από αυτή την τόσο περίεργη πραγματικότητα και όταν επέστρεψες το μόνο που μπόρεσες να κάνεις ήταν να παραμείνεις στην καρέκλα σου παρατηρώντας ένα  φευγιό για το οποίο δεν προετοιμάστηκες, ανήμπορος να κάνεις το οτιδήποτε για να το αλλάξεις ή να το εμποδίσεις.
Ο ήλιος από ώρα είχε ξεκινήσει το δικό του μοναχικό ταξίδι για εκείνα τα σημεία που καρτερικά τον περίμεναν για να απαλλαγούν από τον μαύρο μανδύα που οι καταστάσεις τους επέβαλαν να φορούν και έτσι όλα αυτά τα πολύχρωμα φώτα που κάλυπταν το βουνό στα δεξιά σου κέντρισαν την ματιά σου που μέσα στα νέα αυτά δεδομένα έστεκε γυμνή και ένιωθε ότι είχε ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί  μέσα από μια άλλη εικόνα.
Τα παρατήρησες λοιπόν και προσπάθησες αρχικά να τα δεις ως μια ενιαία εικόνα. Εν συνεχεία όμως σχετικά άμεσα, τα απομόνωσες και προσπάθησες να τα δεις ως διαφορετικές ανεξάρτητες οντότητες.
Ο αέρας σταμάτησε και μαζί του σταμάτησε και η βουή του κόσμου. Το ερώτημα επέστρεψε και το κενό που εξακολούθησε να αφήνει η έλλειψη κάποιας οποιασδήποτε απάντησης σε ζόρισε.
Ποιος είμαι εγώ που νιώθω τον εαυτό μου να ζορίζεται, παρατηρώντας έναν ακόμα εαυτό να παρατηρεί;
Φώτα μέσα σε άλλα φώτα και στο αποτέλεσμα η οπτική να είναι απόλυτα εξαρτημένη από το ίδιο το υποκείμενο της παρατήρησης. Μπερδεύτηκες και το χαμόγελο που αυθόρμητα σχηματίστηκε για κάποιον που γνωρίζει να το αποκωδικοποιήσει, εξέφραζε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την αδυναμία σου να κατανοήσεις.
Είχες χαθεί τόσο πολύ σε αυτές τις σκέψεις για ώρα και το χέρι που ένιωσες να σε αγγίζει τρυφερά στον ώμο σε ώθησε να επιστρέψεις στο παρόν με έναν αρκετά σκληρό τρόπο.
Σε κοίταξε και χωρίς να πει κουβέντα σου έγνεψε να τον ακολουθήσεις. Μαγνητισμένος σηκώθηκες και ξεκίνησες να περπατάς. Σε κάθε βήμα ο ήχος αυξανόταν και χωρίς με σιγουριά να μπορείς να πεις το πως, γινόταν και καθαρότερος.
Άφησες πίσω σου ένα μικρό κουτάλι του καφέ, ακριβώς τη στιγμή που ακουμπούσε στην λευκή πορσελάνινη βάση του ποτηριού, ένα ξεψυχισμένο σ αγαπώ λίγο παρακάτω, ένα βλεφάρισμα και μια σκέψη και έναν φόβο και ακριβώς τότε σταμάτησε και γυρνώντας προς το μέρος σου, σου μίλησε και εσύ μπερδεύτηκες ακόμα περισσότερο. Το στόμα του παρέμεινε ακίνητο όμως η φωνή του ακούστηκε καθαρά σε κάθε γωνιά του μυαλού σου.
Τι πιστεύεις ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι συζητούν; Μια ερώτηση μικρή και σαφής και μετά ξανά σιωπή.
Τον κοίταξες γεμάτος περιέργεια. Είναι σαν να με ρωτάς από που φωτίζονται όλα αυτά τα διαφορετικά φώτα στο βουνό, αποκρίθηκες προσπαθώντας να φανείς όσο λιγότερο ανεπαρκής μπορούσες.
Όμως η πραγματικότητα σχεδόν πάντα γεμάτη με ειρωνία όταν είμαστε αδαείς ή πραγματικά έτοιμοι για το παρακάτω έχει την μοναδική δύναμη να μας σοκάρει μέσα από την απλότητα των επεξηγήσεων της.
Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι όλα αυτά τα φώτα έχουν παραπάνω από μια πηγή, σε ρώτησε και σε ζόρισε όσο χρειαζόταν ώστε να φτάσεις στα όρια σου. Χωρίς να σε ρωτήσει σε έπιασε σφιχτά από τον καρπό και χωρίς καμία προειδοποίηση ξεκίνησε να τρέχει, παρασέρνοντας σε σε μια τροχιά που όσο γινόταν γρηγορότερη τόσο περισσότερο σε πίεζε.
Είδες τα φώτα να μεγαλώνουν και να πλησιάζουν όλο και πιο κοντά ώσπου μέσα σε μια στιγμή έγινες αέρας και πέρασες μέσα από μια σχισμή στο πίσω μέρος της τρύπας που από μακρυά φάνταζε σαν ένα αυτόνομο φως.
Πέρασες λοιπόν στο πίσω μέρος, εκεί που τα φώτα παρατήρησες πλέον ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από τρύπες μιας εικόνας που ένας τεράστιος και λαμπερός ήλιος φώτιζε και έτσι τα έκανε να ομοιάζουν με φώτα στα μάτια τόσο τα δικά σου, όσο και όποιου η ματιά μπορούσε να ξεγελαστεί.
Τα πάντα εξηγούνται, σου είπε, αρκεί να μπορείς να αμφισβητήσεις αυτόν τον εαυτό που αρχικά σου δίνει τις πληροφορίες που νομίζεις ότι χρειάζεσαι ώστε να ανταπεξέλθεις στην οπτική που ο φόβος δημιουργεί στην πορεία σου προς την κατανόηση.
Βλεφάρισε τα μάτια του και σε ώθησε να κάνεις το ίδιο. Αυτή η απειροελάχιστη στιγμή που αποσυνδέθηκες από αυτή την πραγματικότητα, ήταν αρκετή να σε κάνει να επιστρέψεις στην παραλία και στο τραπέζι που αρχικά είχες επιλέξει και από το οποίο θυμόσουν λίγο πριν να σηκώνεσαι.
Σε είχε τραβήξει εκείνος. Ένιωθες ακόμα τον ηλεκτρισμό που είχε αφήσει στον ώμο σου. Και όταν κοίταξες ευθεία, εκεί στην δική του θέση μπερδεύτηκες ακόμα περισσότερο. Έμεινες να τον παρατηρείς να μιλά και να γελά με ένταση μη θυμίζοντας σε τίποτα την απομονωμένη φιγούρα που είχες στο μυαλό σου.
Ένα μυαλό που μέσα σε τούτο τον παραλογισμό προτίμησε να απομονωθεί, εγκλωβίζοντας τη σκέψη σου σε ατραπούς πρωτόγνωρες, προσπαθώντας να βρει μια κάποια απάντηση στο ερώτημα που είχε αναδυθεί νωρίτερα, νιώθοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα κάνει κάποια έστω υποτυπώδη επανεκκίνηση και όλα θα αποκτήσουν κάποιο νόημα.
Ποιος είμαι λοιπόν εγώ που με παρατηρώ;
Ποιος είμαι εγώ που αναρωτιέμαι ποιος είμαι εγώ;
Όμως το κυριότερο και δυσκολότερο ερώτημα είναι ποιος τελικά είμαι εγώ όταν συγκρίνομαι με το εσύ.
Ο αέρας δυνάμωσε και μαζί του επέστρεψε και η βουή με την διαφορά ότι τώρα χωρίς να μπορείς να ακούσεις κάτι συγκεκριμένο κοιτούσες τους ανθρώπους γύρω σου να μιλούν και να γελούν, στην προσπάθεια που κατέβαλαν να ξορκίσουν την μοναξιά και την ανασφάλεια που είχαν μάθει να κουβαλούν παντού σαν μόνιμη παρέα τους. Μέσα από το δικό τους εγώ που παρατηρούσε το εγώ τους να προσπαθεί...