Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Διαδρομές...




Ένας μεγάλος δρόμος. Να τι είναι η ζωή μας. Ένας δρόμος από την γέννηση προς την ολοκλήρωση. Στον δυτικό κόσμο εδώ και πολύ καιρό αποφεύγουμε τη λέξη θάνατος, δεν είναι καλή.
Οδεύοντας καθημερινά λοιπόν προς αυτή την ολοκλήρωση, οι εικόνες και τα συναισθήματα μεταβάλλονται με μία ταχύτητα που σε τρομάζει.
Μέχρι εχθές γελούσες και ονειρευόσουν με κάτι που σήμερα που ξύπνησες σου φαίνεται τόσο ξένο και άτονο.
Ένας μεγάλος δρόμος. Δεν είναι ευθεία, είναι ΚΑΙ ευθεία.
Και εσύ οδηγάς και αφήνεις τη ματιά σου να πλανηθεί ελεύθερα στην πορεία του δρόμου. Αποφάσισες να σταματήσεις να αγχώνεσαι. Δεν σε βοήθησε κάπου.
Πλέον λοιπόν οδηγάς χωρίς χάρτες και προορισμούς. Στρίβεις όπου θες και τελικά αυτό πόσο σε έχει απελευθερώσει.
"Είναι η ζωή μια φυλακή για αυτούς που πάψαν να πονάνε ". Κάπου το είχες διαβάσει στο παρελθόν και το κράτησες. Ενθύμιο πια μέσα σου, να σου θυμίζει άλλες εποχές, πιο αθώες, με περισσότερα χαμόγελα.
Όμορφες εποχές. Γεμάτες από την άγνοια και το θράσος της νιότης που σε βοηθούσε πάντα να είσαι εκεί που έπρεπε και έτσι να νιώθεις τυχερός. Μεγαλώνοντας έμαθες ότι δεν υπάρχει τύχη. Υπάρχει εναρμόνιση και ενέργεια. Δονήσεις και προσπάθεια.
Κάποτε ορμώμενος από τούτο το θράσος, έφυγες Οδυσσέας, αφήνοντας πίσω μία Ιθάκη που η ζωή που επιφυλάσσει να μην αντικρίσεις ποτέ ξανά. Δεν σε ένοιαξε τότε, δεν σε νοιάζει και τώρα.
Βαθιά μέσα σου πάντα γνώριζες.
Τώρα πια αντικαθιστώντας το θράσος με την αξιοπρέπεια, αυτό το συναίσθημα το αφήνεις να αποτυπώνεται στο χαμόγελο σου.
Και συνεχίζεις να ταξιδεύεις αυτόν τον μεγάλο δρόμο.
"Αν θέλεις να έρθω κοντά σου...άσε με να αναπνέω μέσα από τη δική μου ανάσα". Το έβγαλες έτσι απλά από μέσα σου ένα βράδυ που καθισμένος στην βεράντα σου ένιωσες να πνίγεσαι.
"Άσε με να με αγαπώ ....για να σε θέλω".
Το έγραψες σε ένα χαρτί και το κρέμασες απέναντι σου στον τοίχο. Για πολλές μέρες η ματιά σου κολλούσε σε αυτό το χαρτί και ρουφούσε με μανία κάθε λέξη. Και μετά ερωτεύτηκες.
Χάθηκες κάπου ανάμεσα στην έξαψη, την επιβεβαίωση και την επιθυμία. Πέρασε καιρός που περνώντας από δίπλα του σταμάτησες να το κοιτάς. Όσο και αν το ήθελε, όσο και αν το ήξερες.
Και πέρασε χρόνος, καθημερινός και συνεχής. Πιο πολύς, μέχρι εκείνη τη μέρα που ξανά έγινες μόνος.
Η μαγεία και η ευτυχία του έρωτα είναι ότι υπάρχει στο σήμερα. Σε ενεργοποιεί παροδικά και για όσο χρειάζεται. Μετά εξαφανίζεται.
Τότε ήταν που ένα βράδυ το ξανά άκουσες. "Αν θες να έρθω κοντά σου". Η φωνή ήταν δυνατή και εσύ έμεινες μετέωρος και ας είχε κρύο και ας ήταν νύχτα και ας σου μιλούσαν.
Έπρεπε να ζήσεις όλο αυτό τον δρόμο για να το καταλάβεις .
Βρήκες ένα παγκάκι και κάθισες. Άφησες τη ματιά σου να ξεφύγει μπροστά στο ποτάμι και πήρες μια βαθιά ανάσα. Ο λευκός καπνός που συμβολικά απελευθερωνόταν από την καμινάδα στο κτήριο στην απέναντι πλευρά του ποταμού σηματοδοτούσε το τέλος ενός κονκλάβιου. Του μεγαλύτερου και σημαντικότερου της ζωής σου, του δικού σου.
Επιτέλους, αυτή η φράση που τόσο καιρό σε ταλαιπωρούσε σταμάτησε να είναι φράση. Έγινε εικόνα και συναίσθημα και ηρεμία.
Μόνοι μας πορευόμαστε στη ζωή. Ταξίδι προσωπικό από τους πόθους στη γνώση. Από την αμαρτία στην συγχώρεση. Από το κέντρο της ψυχής σου στο όλον.
"Άσε με να με αγαπώ, για να σε θέλω". Για ποια όμως αγάπη μιλάς φίλε;
Δεν μπορείς να την εντάξεις σε μια εικόνα και να πεις  να, αυτή είναι η αγάπη, για αυτή την αγάπη μιλάω. Δεν την βλέπεις. Δυστυχώς όπου και να σταθείς η μάτια σου γεμίζει με εικόνες μοναξιάς. Άνθρωποι μόνοι που ποτέ δεν έμαθαν πώς να μεγαλώσουν και έτσι κράτησαν αυτή την παιδική εικόνα του εαυτού τους, που γεμίζει με τόσο εγωισμό. Με τόση ανασφάλεια.
Άσε με να με αγαπώ. Το έχω ανάγκη. Έκανα πολύ κόπο μουρμουράς χαράματα κοιτώντας το χαρτί που εξακολουθεί να παραμένει κολλημένο στον τοίχο. Πάνω του κολλημένες οι λέξεις και πάνω σε αυτές κολλημένο συναίσθημα.
"..για να σε θέλω ".
Πόση μαγεία κρύβει μέσα της η λέξη θέλω ;
Αναστενάζεις. Ο αέρας στα πνευμόνια σου καταπιεστικός. Πόσους χειμώνες πέρασες χωρίς ηλιοβασίλεμα, χωρίς τον ήχο των κυμάτων στην παραλία που πάντα έχει τη δύναμη να σε αναγκάζει να παραδοθείς στο όνειρο.
Πόσες εικόνες καταπιέζεις ακόμα και σήμερα μέσα σου γιατί ήθελες, αλλά κανείς δεν σε άφησε να σε αγαπάς.
Ο άνθρωπος που μπορεί το πρωί να κοιτά τα μάτια του στον καθρέφτη και μέσα εκεί να μπορεί να ζήσει την γαλήνη της ψυχής του είναι επικίνδυνος.
Είναι πάντα ο ενοχλητικός τύπος στο τρένο που χασκογελάει και έχει αυτή τη λάμψη που ενοχλεί και τυφλώνει.
Πόσα φθινόπωρα πέρασαν μέχρι να αποδεχθείς τη μοίρα της ζωής σου και να τινάξεις με χαρά (τη χαρά της συνειδητότητας ) τα πεθαμένα φύλλα από πάνω σου και έτσι γυμνός και απελευθερωμένος να αφήσεις το πνεύμα σου να χορέψει άχρονα ένα χορό που σε κάνει να νιώθεις λιγότερο μόνος;
Ένας μεγάλος δρόμος η ζωή, με διασταυρώσεις και αδιέξοδα. Κίνηση και δυσαρμονία και νύχτα και ηρεμία και μοναξιά και ένας πυροβολισμός που κανείς δεν πιστεύει ότι άκουσε.
Και το κλάμα ενός μωρού που πίστευε ότι θα άντεχε αλλά δεν αντέχει. Το υπομένει όμως διότι μέσα του, μέσα από αυτές τις δονήσεις, σείεται ολόκληρος ο κόσμος φωνάζοντας ελπίδα, εξέλιξη, αλλαγή.
Πορεία λοιπόν μου λες καρφώνοντας με στα μάτια, πορεία από τη γέννηση στην ολοκλήρωση. Αυτό είναι; μία πορεία;
Και γιατί; για ποιόν; Αναρωτιέσαι φωναχτά και εγώ γελάω.
Ούτε ολοκλήρωση, ούτε ταξίδι, ούτε μετάσταση. Απλά θάνατος.
Έτσι λέγεται και πρέπει να σταματήσει να μας φοβίζει. Θάνατος είναι η λέξη για το τέλος και δυστυχώς μέχρι σήμερα ζούμε έχοντας τον απέναντι αρχικά ως μύθο και στη συνέχεια ως εχθρό, όταν θα επισκεφτεί κάποιον δικό μας. Αυτό το κάνουμε γιατί χάνουμε το νόημα ή ίσως γιατί ποτέ δεν μας βοήθησαν να το βρούμε. Άλλοτε από άγνοια και άλλοτε από πονηριά.
Δεν είναι η ουσία της ζωής φίλε μου ο θάνατος. Αυτό έστω και μία φορά να έχεις δακρύσει κοιτώντας τον ήλιο να χάνεται στον ορίζοντα, το ξέρεις χωρίς να σου πω τίποτα.
Αν όμως όχι, άκου το . Η ουσία της ζωής είναι η ίδια η ζωή. Απλές στιγμές που τυχαία εντυπώνονται στην ψυχή σου και εκεί θα ανατρέχεις όταν θέλεις να νιώσεις κάτι αληθινό.
Η ουσία της ζωής είναι το τώρα. Αυτά που σήμερα αφήνεις να εντυπώσει η μοίρα πάνω στο συναίσθημα σου.
Ξημερώματα σε έναν άδειο σταθμό τρένου και εκεί που έχεις χωρίσει από την  παρέα σου και έχεις ξεκινήσει ένα ακόμα μοναχικό ταξίδι προς το παρακάτω σου, μέσα στη σιωπή να ακούς το όνομα σου και χωρίς προειδοποίηση να γεύεσαι το πιο τρυφερό και αθώο φιλί της ζωής σου.
Η ουσία της ζωής είναι ο αυθορμητισμός. Μακρυά από πρέπει και μη.
Η ουσία της ζωής, η ζωή, ο θάνατος.
Είναι χαράματα πια και εσύ έμεινες μόνος. Καθισμένος στο ίδιο σημείο κοιτώντας με προσπαθώντας
να καταλάβεις. Και μόνο γιαυτό θα σε ευγνωμονώ εσαεί.
Το χαμόγελο και η ολοκλήρωση μου θα περνά πάντα μέσα από το δικό σου χαμόγελο και την δική σου ολοκλήρωση και αυτό σιγά σιγά αρχίζεις να το κατανοείς.
Ξημέρωσε και εγώ σου χαμογελώ πλατιά και με την λάμψη αυτή που δημιουργείται βρίσκω το θάρρος και γράφω στον τοίχο της ψυχής σου δυο λέξεις κατευθείαν από την δική μου.
Μέσ` το ταξίδι της ζωής
         Μα τι να πεις
                Και τι να πεις
                       Μέσ` το ταξίδι της ζωής
                                 Αν στον καθρέφτη
                                        Μέσα του
                                             Τα μάτια σου δεν βρεις...