Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Μικρές αφίξεις


Γεμάτη όνειρα κατέβηκες από το αεροπλάνο. Δεκαοκτώ σκαλοπάτια. Κατεβαίνοντας τα μέτρησες ένα ένα και από μέσα σου φώναζες γεμάτη χαρά και προσμονή μια φράση, συνεχώς η ίδια, έφτασα, είμαι πλέον εδώ.
Στο λεωφορείο προς το αεροδρόμιο και τις αποσκευές σου η φωνή παρέμεινε ζωντανή και δυνατή, να αντηχεί στα αφτιά σου και από εκεί παντού. Έφτασα.
Στα μάτια των υπαλλήλων στον έλεγχο διαβατηρίων ένιωσες το πρώτο καλώς όρισες. Όμως δεν ήταν αυτό που χρειαζόσουν και έτσι το άφησες να σε διαπεράσει και να συνεχίσει την πορεία του παραπίσω, στον επόμενο επιβάτη.
Ο χώρος του αεροδρομίου για ακόμα μία φορά σου φάνηκε γιορτινός. Έτσι φωτισμένος και με όλους αυτούς τους ανθρώπους να αγκαλιάζονται και να χαμογελούν με την άφιξη των δικών τους αγαπημένων προσώπων, είχε μια εορταστική δόνηση που σχεδόν αμέσως σε ανάγκασε να εναρμονιστείς μαζί της και στο αποτέλεσμα να χαμογελάσεις .
Βέβαια για να υπάρχει ισορροπία και να μπορούν τα συναισθήματα και οι καταστάσεις να είναι σε μια τάξη, το αεροδρόμιο ακριβώς στον πάνω όροφο είχε μια ακόμα αίθουσα, εκείνη των αναχωρήσεων. Εκεί που οι άνθρωποι αγκαλιάζονται και κλαίνε. Ποτέ δεν κατάλαβες γιατί αυτό κάνει τον αποχωρισμό πιο εύκολο και για ποιόν. Για εκείνον που φεύγει ή εκείνον που μένει;
Όμως σήμερα δεν πολύ ασχολείσαι με αυτό. Μόλις ήρθες και είναι μέρα χαράς. Δεν σε περιμένει κανείς να σου δώσει το καλώς όρισες, όμως είναι κάτι που δεν σε ενοχλεί. Έχεις παρέα τα όνειρα σου και σου αρκεί. Γιαυτό ακριβώς το λόγο στο λεωφορείο άφησες δυο θέσεις κενές. Μία για τα όνειρα και μία για τον ενθουσιασμό σου, δίπλα δίπλα. Κάθισες αναπαυτικά και άφησες τη ματιά σου να κατακλυστεί από πολλές καινούργιες εικόνες. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Ένα συντριβάνι, ένα πάρκο, μία διάβαση πεζών και από πάνω τα σύννεφα να τρέχουν στο δικό τους χρόνο σχηματίζοντας εικόνες που η άμεση ανάγκη και η επιθυμία έκαναν συγκεκριμένες.
Μετά από αρκετή ώρα τελικά έφτασες. Είχες σημειώσει τη διεύθυνση στο μπλοκάκι σου και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να χαθείς ή να κάνεις λάθος. Άνοιξες την πόρτα και με μία προσποιητή ευγένεια άφησες πρώτα τις ελπίδες, τα όνειρα και τον ενθουσιασμό σου να περάσουν. Ειδικά ο τελευταίος, έτσι ψηλός και κοντοκουρεμένος με το κουστούμι του και την κάπα του, προσέδιδε μία επισημότητα.
Άφησες τη βαλίτσα και βιάστηκες να ανοίξεις το παράθυρο. Ένας μικρός αναστεναγμός σου ξέφυγε ικανός  παρά το μέγεθος του να σε αναγκάσει να σκεφτείς. Και τώρα τι ;
Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που σου ήρθε όταν επέστρεψες τη ματιά σου από το παράθυρο και τον ανοιχτό ορίζοντα στο δωμάτιο με το φτηνό διπλό κρεβάτι και την συρταριέρα που ήξερες ότι δεν θα γέμιζες, όσο και αν ήθελες .
Όλα θα πάνε καλά σου φώναξαν οι ελπίδες και ο ενθουσιασμός σου έκλεισε το μάτι. Εκείνο το πρώτο βράδυ ουσιαστικά δεν κοιμήθηκες. Στριφογυρνούσες και παραδινόσουν στη μάχη που όπως ήταν λογικό είχε ξεκινήσει ανάμεσα στα θέλω σου και τις ανασφάλειες, που όσο και αν νόμιζες ότι είχες νικήσει σε εκείνη τη μάχη με τη φυγή, είχαν με κάποιο τρόπο τρυπώσει λαθρεπιβάτες στο ταξίδι προς το καινούργιο και τώρα βιάζονταν πιεζόμενες από την προσμονή να βγουν από την κρυψώνα τους. Σε αιφνιδίασαν, αυτή είναι η αλήθεια και την επόμενη μέρα σε προβλημάτισαν.
Τα πρώτα τηλεφωνήματα ήταν αδιέξοδα και είχες τόσο πολύ βασιστεί σε αυτά.
Προς στιγμήν ένιωσες παιδί και αυτό πέρα από στεναχώρια σε γέμισε και με πανικό. Είχες φτιάξει ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης και τώρα έβλεπες ότι θα μπορούσε να είναι πολύ πιο σωστά δομημένο. Του έλειπε κάτι βασικό, οι εναλλακτικές λύσεις...
Δεν είχες και έτσι πέρασαν μόλις τέσσερις ημέρες πριν απελπιστείς. Συνήθως όταν αισθανόσουν έτσι έτρεχες στη μαμά σου. Εκείνη σε έπαιρνε στην αγκαλιά της και σου χάιδευε τα μαλλιά. Μην ανησυχείς σου έλεγε. Οι πριγκίπισσες δεν ανησυχούν. Σου χαμογελούσε και ηρεμούσες. Τώρα όμως χωρίς αγκαλιά και χωρίς ψέματα άντεξες περίπου άλλες τόσες ημέρες πριν παραδοθείς και αρχίσεις να διευρύνεις τα όρια. Ξεπούλημα θα το ονομάτιζε κάποιος κακοπροαίρετος και πιθανότατα θα είχε δίκιο.
Μάζεψες λοιπόν τα όνειρα, τις αντοχές και τις ενοχές σου, τις έβαλες όλες μαζί σε ένα κουτί και στον πρώτο που βρέθηκε μπροστά σου, ξεδιάντροπα του το πρότεινες με σκυμμένο κεφάλι ψελλίζοντας σ` αγαπώ.
Μην ανησυχείς δεν θα σε κατηγορήσει κανείς για αυτό. Ήταν αναμενόμενο να γίνει από τη στιγμή που η φυγή σου σε κατέκλυσε και σε ώθησε να δημιουργήσεις την ψευδαίσθηση του ενθουσιασμού. Μία ψευδαίσθηση που όπως έκπληκτη παρατήρησες, εξανεμίστηκε την πρώτη στιγμή που βρήκε κάποιο εμπόδιο.
Το ταξίδι ανέκαθεν υπήρξε θελκτικό για την ψυχή. Παιδικά όμως, χωρίς σκέψη και κυρίως χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Το βλέμμα σου βάρυνε και τα όνειρα σου κάπως μίκρυναν. Ο μικρός αναστεναγμός έγινε μεταμεσονύκτια αϋπνία και περίπου τότε οι μοίρες σε λυπήθηκαν και σου έριξαν σωσίβιο την ώρα που παραδομένη στη φουρτουνιασμένη θάλασσα ήσουν έτοιμη να αφήσεις την ψυχή σου να αποδεχτεί το αναπόφευκτο και να χαθεί στα βάθη της θάλασσας που οι σοφοί ονομάζουν αποτυχία. Είχες τζογάρει και είχες χάσει. Παρά τρίχα, έλεγες στον εαυτό σου για να το κάνεις πιο ευπαρουσίαστο, όμως είχες χάσει...
Και τότε ήρθε. Η προσφορά περίεργη, έξω από τα δικά σου σχέδια και δεδομένα. Αρχικά χάρηκες, όμως και εσύ σαν τον ναυαγό που περιμένοντας τόσο καιρό το πλοίο, όταν το δει πράγματι να πλησιάζει συνήθως αναθαρρεί και βγάζει στην επιφάνεια τον εγωισμό του νιώθοντας την ανάγκη να πει "τα κατάφερα " πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα ισοφαρίσει την αποτυχία .
Παιδί κοιμήθηκες, παιδί ξύπνησες δυστυχώς και ο απέναντι άνθρωπος δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτή σου την επίθεση. Τον έστησες απέναντι και από τα δώδεκα βήματα άρχισες να πυροβολείς για τα άσχημα της ζωής σου. Άσχημα και αρνητικά βέβαια πάντα μέσα από την δική σου οπτική. Την οπτική του παιδιού. Ενός ανθρώπου χωρίς πείρα που η υπομονή αποτελεί λέξη στα λεξικά και τις κούφιες εκφράσεις που παπαγαλίζει προσπαθώντας να χωρέσει πίσω από τη μάσκα που η μικροπρέπεια και η ανυπομονησία τον ώθησαν να φορέσει.
Έτσι λοιπόν πάνω στη σχεδία σου, νηστική και κουρασμένη, αντί να ανέβεις στο πλοίο παρέμεινες και ξεκίνησες με στόμφο να προσπαθείς να επιβάλεις την ανωτερότητα σου η οποία θα έπρεπε να τεθεί ως βάση ώστε να αποδεχθείς να κάνεις την τιμή σε όλους αυτούς που βρίσκονταν πάνω στο πλοίο και να τους συναναστραφεις. Δεν καταλάβαινες τη θέση σου, κανένα παιδί δυστυχώς δεν την καταλαβαίνει.
Ο καπετάνιος γέλασε με αυτή σου την συμπεριφορά και συνηθισμένος σε τέτοιες καταστάσεις δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα. Κουνώντας συναινετικά το κεφάλι σε άφησε να ανέβεις, αφήνοντας σε να πιστεύεις ότι αυτό θα πιστωνόταν ως προσωπική σου νίκη.
Λίγες μέρες αργότερα και αφού είχες φάει και κοιμηθεί, έβγαλες ξανά στην επιφάνεια όλο το φάσμα της παιδικότητας σου. Ήθελες να προκαλέσεις το θαυμασμό και να τραφείς, όμως δυστυχώς απλά μεγιστοποίησες την ήδη υπάρχουσα αντιπάθεια. Τίποτα σε τούτη τη ζωή δεν χαρίζεται και εσύ ήσουν η μόνη που δεν το γνώριζε.
Σε κατέβασαν στο πρώτο λιμάνι και δυστυχώς δεν άκουσες ούτε ένα αντίο. Ούτε μια ευχή για καλή τύχη. Ο καπετάνιος στην κουπαστή κουνούσε το κεφάλι του απογοητευμένος από την απάθεια σου και την έλλειψη κατανόησης.
Εσύ πάλι χορτάτη και σίγουρη ξεκίνησες να περπατάς γεμάτη όνειρα και ελπίδες και ενθουσιασμό για αυτό το καινούργιο λιμάνι αφήνοντας τα αφτιά σου να γεμίζουν από ένα έφτασα, είμαι πλέον εδώ. Τουλάχιστον για σήμερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου