Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Αδιέξοδα



Είναι αδιέξοδο σκέφτηκες. Σαν ένας λαβύρινθος όπου όλες οι κατευθύνσεις καταλήγουν συνεχώς στο ίδιο σημείο. Τις έχεις ακολουθήσει σχεδόν όλες και πλέον είσαι σίγουρος για αυτό. Όμως κάτι μέσα σου σε προκαλεί. Απροσδιόριστα σε καλεί, τη στιγμή που σκέφτεσαι να τα παρατήσεις και σε γεμίζει με περιέργεια για εκείνο το δρόμο που τον νιώθεις σαν τον λιγότερο περπατημένο, άσχετα αν τον ξέρεις πλέον καλά. Ξαναγεμίζεις με ελπίδα, όμως για τι ακριβώς ελπίζεις ;
Η ερώτηση δύσκολη και η απάντηση χαμένη σε ένα κυκεώνα σκέψεων και εικόνων. Είναι αδιέξοδο.
Εκεί καταλήγεις. Ο αναστεναγμός που αυθόρμητα βγάζεις προδίδει την παιδικότητα των κινήτρων σου. Την κουβαλάς αρκετούς χειμώνες μέσα σου και έχει αρχίσει να σε βαραίνει και να σε κουράζει.
Παλαιότερα την καθησύχαζες μέσα από φτηνές δικαιολογίες και θυσίες, σφάζοντας στο βωμό της έρωτες και αξίες. Το αδιέξοδο θα είναι πάντα μια άλλη, συμπληρωματική λέξη για αυτό που δεν προσπαθήσαμε αρκετά. Για όσα η ψυχή μας δεν θέλησε πραγματικά ή δεν τόλμησε να αγγίξει.
Στο είχε πει εκείνη πολλούς Μάρτηδες πριν, κάπου εκεί κοντά στην εαρινή ισημερία, όμως ήσουν ανέτοιμος να το κατανοήσεις . Ακόμα είσαι και γιαυτό καταλήγεις εκεί ξανά. Όμως μέσα σε αυτό το περίεργο παιχνίδι που παίζεις με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις σου, έστω και για λίγο την απελευθέρωσες ξανά και την έφερες στην επιφάνεια. Αυτά τα μάτια, αυτή η φωνή και εκείνο το μοναδικό συναίσθημα που έκανε το κορμί σου να παραλύει. Το σκέφτηκες για λίγο και αυθόρμητα χαμογέλασες. Αυτό που αρχικά ξεκίνησε ως μια μικρή νοσταλγική στιγμή, μετατράπηκε σε αναπάντεχο πλεονέκτημα ικανό να σου δώσει τη νίκη σε τούτη  τη νοητικά δύσκολη παρτίδα σκάκι με τις αντοχές σου.
Είναι αδιέξοδο, πρέπει να είναι σκέφτηκες. Οι εικόνες του παρελθόντος αυτό μαρτυρούσαν και έτσι λίγο ηρέμησες. Αυτό το πρέπει  σε βοήθησε να δεχτείς αυτό το περίεργο συναίσθημα κενού που από μέρες γέμιζε την ψυχή και την οπτική σου. Σε ενόχλησε αρχικά και σε τρόμαξε στην συνέχεια αφήνοντας σε σε μια αβεβαιότητα και έναν συνεχόμενα αυξανόμενο φόβο ότι με κάποιο τρόπο δυστυχώς πάλι σε νίκησε η παθητικότητα και φώλιασε στην ζωή και τα όνειρα σου.
Αυτός ο τρόμος της παραδοχής σε ώθησε να βγάλεις από την τσέπη σου το πακέτο που είχες αγοράσει μισή ώρα ή μισό αιώνα πριν και να ρουφήξεις σπάταλα και παιδικά τον καπνό βαθιά μέσα σου προσπαθώντας να σε πνίξεις για να μην σε ακούς. Το δοκίμασες αρκετές φορές με αλκοόλ αλλά αντί να σε πνίξεις για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σε έκανε να φωνάζεις πιο δυνατά. Έτσι το παράτησες και ευτυχώς ο καπνός έχει διαφορετική επίδραση, διότι μετά θα κατέληγες σε αδιέξοδο. Εκεί δηλαδή που θεωρείς ότι βρίσκεσαι τώρα. Άρα τελικά μικρό το κακό !
Πώς να πιστέψω σε αυτό που βλέπω, όταν γνωρίζω ότι τα μάτια μου μπορούν να δουν μόνο σκιές;
Πώς να νιώσω τα λόγια που ακούω όταν η ψυχή μου τα αναγνωρίζει σαν θορύβους;
Είναι λοιπόν αδιέξοδο. Τριγυρνάς και περπατάς και πάλι περνάς από τα ίδια σημεία. Οι ίδιες γωνίες τα ίδια χρώματα και η ίδια γεύση στα χείλη την ώρα της επιστροφής. Είσαι σχεδόν σίγουρος πλέον ότι έτσι πρέπει να είναι. Δεν μπορείς να το δεις από κάποια άλλη οπτική όσο και αν έχεις προσπαθήσει. Σαν ένας κύκλος που σε οδηγεί  πάντα στο ίδιο σημείο, άμεσο αποτέλεσμα προσπαθειών να πας κάπου αλλού.
Είναι απόγευμα Μάρτη λίγο πριν την ισημερία και τα συναισθήματα σου ακολουθώντας τον καιρό αλλάζουν κάθε λίγο δημιουργώντας μια τεράστια αβεβαιότητα, ακριβώς την στιγμή που έχεις ανάγκη να καταλήξεις κάπου. Νιώθεις ότι το χρειάζεσαι ώστε να μπορείς να έχεις μια βάση πάνω στην οποία θα μπορείς να χτίσεις έναν καινούργιο εαυτό. Βαρέθηκες την φυγή. Σε κούρασε πια το κυνηγητό με την ματαιοδοξία. Τόσο την δική σου, όσο και των άλλων.
Ξεκίνησες λοιπόν να αλλάζεις και τελικά χάθηκες τόσο, ώστε παραδώθηκες σε ετούτη την παιδική γενίκευση. Είναι αδιέξοδο ..
Ο ήχος του βιολιού που σε διαπέρασε άφησε μια ανάμνηση να ελευθερωθεί, να ανέβει στην επιφάνεια και σαν δίσκος βινυλίου ανάμεσα στα πολλά κράτς κρουτς που η βελόνα δημιουργούσε πάνω του, να σου αποκαλύψει τις λέξεις και τα σημεία της καινούργιας σου μύησης που για καιρό κρατούσε αθέατα στις αυλακώσεις του. Άσχετα αν δεν θυμάσαι πώς έφτασες εκεί ή με ποιά κριτήρια έγινε η επιλογή.
"Δεν υπάρχει δεν μπορώ , υπάρχει δεν θέλω ". Το έπαιξες μερικές φορές και άρχισες να απορείς. Όσο το άκουγες όλο και δυνάμωνε και όσο δυνάμωνε τόσο μικρότερη γινόταν η δικαιολογία σου.
Είναι αδιέξοδο. Όμως γιατί ; Τι σε κρατά άραγε δέσμιο αυτής της οπτικής ;
Άφησες τη ματιά σου να διασταυρωθεί με την ματιά του παιδιού που αμέριμνο έστεκε ξαπλωμένο στο καρότσι απέναντι σου. Στα μάτια του διάβασες την απάντηση και αλήθεια λίγο σε ενόχλησε η αγάπη με την οποία την περιέβαλε και στην έδωσε.
Επειδή είναι βολικό, σου είπε και κούνησε το παιχνίδι που στα χέρια του μεταμορφώθηκε σε όργανο εναρμόνισης. Το κούνησε πάνω κάτω δήθεν απροσδιόριστα όμως το ωστικό κύμα που δημιουργήθηκε ήταν ικανό να σε κάνει να πονέσεις τόσο, ώστε να αποβάλλεις όλο τον αρνητισμό σου και γυμνός να σταθείς ξανά στο κέντρο του λαβύρινθου. Μεγάλοι θάμνοι πολύ ψηλότεροι από εσένα να κρύβουν την οπτική που θα σε βοηθούσε να κατανοήσεις τη λύση. Σταύρωσες λοιπόν τα χέρια πίσω από την πλάτη και ξεκίνησες για ακόμα ένα γύρο. Αυτή τη φορά όμως δεν έψαξες την έξοδο, απλά περπάτησες. Ανέπνευσες και κοίταξες όλη την διαδρομή και αφού κατέληξες πάλι στο κέντρο, άφησες ένα χαμόγελο να προδώσει την αλλαγή σου.
Πέθανε και φώναξε - θάνατος δεν υπάρχει. Τόσο εύκολο και ταυτόχρονα τόσο ακατανόητο.
Έκλεισες τα μάτια και καθισμένος οκλαδόν εκεί στο κέντρο του αδιεξόδου άφησες το συναίσθημα της ηρεμίας που η τελευταία αυτή βόλτα σου δημιούργησε να απλωθεί παντού .
Πέρασε από το μυαλό στο αίμα, από εκεί στο δέρμα σου και σαν ένα τεράστιο ωστικό κύμα μέσα από τα μάτια του παιδιού που από την αρχή κρυφά γελούσε μέσα σου, διέλυσε τα πάντα και σε άφησε καθισμένο στο κέντρο ενός τεράστιου τίποτα. Είναι τόσο απλό και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο.
Έχεις και τα χρώματα, έχεις και τον καμβά. Ζωγράφισε λοιπόν, βάλε πιο ζωντανά χρώματα και μέσα από αυτά πολέμα. Είναι αδιέξοδο μόνο εκείνο που αφήνουμε να γίνεται αδιέξοδο. Εκείνο που μας βολεύει και συνήθως μας δίνει την δικαιολογία να παραμείνουμε παθητικοί θεατές σε μια ζωή βαλμένη μέσα σε στεγανά και οριοθετήσεις.
Σηκώθηκες και με το δάχτυλο σου ξεκίνησες να ζωγραφίζεις. Ένα δέντρο, έναν ήλιο και δύο καρέκλες. Έβαλες τον ήλιο στη μέση και από κάτω το δέντρο. Οι καρέκλες δεξιά και αριστερά και έκανες τρία βήματα πίσω και έμεινες για λίγο να το κοιτάς. Είμαι ο ήλιος σκέφτηκες. 'Οχι, είμαι το δέντρο. 'Οχι, είμαι η κούραση που με οδηγεί από την μια καρέκλα στην άλλη.
Εκείνη την στιγμή πήγες ξανά στην αρχή. Δεν είσαι ούτε ήλιος, ούτε δέντρο,ούτε ανάγκες ούτε αποτελέσματα. Είσαι το κέντρο αδελφέ. Η εκπόρευση και η πραγμάτωση. Είσαι αδιέξοδα και λύσεις. Είσαι τα πάντα και ταυτόχρονα ένα τεράστιο τίποτα. Τι είναι αυτό που σε ωθεί λοιπόν ;
Παρέμεινες σιωπηλός. Είναι αδιέξοδο λοιπόν, σκέφτηκες για όσο πιστεύω στα αδιέξοδα.
Άρα τώρα ξέρεις. Η οπτική μας γεννά τα φαινόμενα και η ανάγκη μας πάντα τα χρωματίζει. Έβγαλες από την τσέπη σου την πυξίδα που κουβαλάς με ευλάβεια χρόνια τώρα, ενθύμιο μιας άλλης ζωής δώρο σε κάποια γενέθλια χαμένα στο παρελθόν μιας άλλης πραγματικότητας και ενός άλλου εαυτού που πλέον έχεις αφήσει θαμμένο πολύ καιρό, τόσο ώστε να ξεχάσεις και το που και το πότε.
Την έβαλες στην παλάμη σου, την κοίταξες και εκείνη σου έδειξε το δρόμο μέσα από τον καθρέφτη σου. Την εμπιστεύεσαι χρόνια και έτσι πλησίασες και σε κοίταξες. Τα μαλλιά σου είχαν γκριζάρει από καιρό και οι ρυτίδες στο πρόσωπο σου άρχισαν να μαρτυρούν το ταξίδι σου. Όταν όμως κοίταξες μέσα στα μάτια σου, αυθόρμητα χαμογέλασες. Αυτά δεν είχαν αλλάξει. Εξακολουθούσαν να ανήκουν στο παιδί που ήσουν. Εκείνο το μικρό θεό που δεν γνώριζε όρια και πρέπει. Μόνο όνειρα και αγάπη. Που κρύφτηκες φίλε;, τον ρώτησες και του έκλεισες το μάτι συνωμοτικά. Μου έλειψες.
Ήξερες που κρύφτηκε και ήξερες και το λόγο. Χρόνια ταξιδευτής μέσα στις ανάγκες και τους προβληματισμούς για την ουσία, διασταύρωσες αρκετές φορές το βλέμμα σου και κουράστηκες μέσα από όλο αυτό το κενό που συνάντησες.Ένα κενό που τελικά σε τύλιξε και σε ανάγκασε να μείνεις στην άκρη, ακροβατώντας ανάμεσα στη δική σου οπτική και την λογική του κόσμου που παντού απλώνεται ίδια. Ταξιδεύοντας έμαθες ότι αλλάζουν οι ονομασίες των δρόμων και το χρώμα των λεωφορείων. Όμως η ανάγκη του φόβου μένει απαράλλακτη κρατώντας το σύστημα σε τάξη. Μια τάξη που όμως εκπορεύεται εκ του χάους που πλέον δεν έχουμε επίγνωση και αντοχές να ψάξουμε γύρω μας και κυρίως μέσα μας .
Βαθιά λοιπόν μέσα στα μάτια σου θυμήθηκες όλη την ανάγκη που σε ώθησε εξ` αρχής να βελτιώσεις τις συνθήκες της πτήσης σου και να μάθεις καινούργια ακροβατικά σε πείσμα όλων εκείνων που προσπαθούσαν να σε πείσουν ότι δεν είσαι πλασμένος για κάτι τέτοιο. Στα αφτιά σου ξεκίνησε να αντηχεί το σαρκαστικών γέλιο των ανίδεων και των βολεμένων. Αντίτιμο του παραλογισμού που τους ανάγκαζες να δουν  στις πράξεις σου.
Είναι αδιέξοδο λοιπόν αναφώνησες  ξανά. Γιατί ποτέ κανείς δεν κατάφερε να ξεδιψάσει με τον ήχο της βροχής, όσο ζωηρός και αν ήταν.
Είναι αδιέξοδο, για όσο οι αντοχές σου θα σου επιτρέψουν να το ονομάσεις έτσι. Για όσο η ψυχή σου θα αισθάνεται ασφάλεια μέσα από αυτή την κρυψώνα. Μέσα από τα φαινόμενα που θα γεννά και μέσα από τη σιωπή που θα την εμπνέει και θα την κάνει αργά το βράδυ να νιώθει την ανάγκη να ανοίξει το παράθυρο.
Είναι αδιέξοδο μέχρι εκείνη τη στιγμή που η ψυχή σου θα νιώσει επιτακτική την ανάγκη να  να ενωθεί με τον αέρα, να γίνει αέρας και να επιστρέψει εκεί που τα όνειρα δεν έχουν αδιέξοδα. Μόνο όρεξη και προσπάθεια, χαμόγελα και αντοχές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου