Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον



Το άκουσες σαν προτροπή και αποφάσισες να το προσπεράσεις. Ήταν νωρίς και στο μυαλό σου τα σχέδια εναλλάσσονταν με την συνηθισμένη ταχύτητα που επιλέγει κάθε άνθρωπος που ζει χωρίς υπομονή. Μια ταχύτητα περίεργη που κουβαλούσε έναν παραλογισμό που δυστυχώς δεν μπορούσες να αντιληφθείς. Την ένιωθες τόσο εναρμονισμένη με την φυσιολογική ροή που το μυαλό σου σε ώθησε να την δεχτείς ως τέτοια.
Κυκλοφόρησες σε διαφορετικές οπτικές, πλευρές, στέκια και απόψεις και ήταν πια ξημερώματα όταν έφτασες στην εξώπορτα. Όσο και αν προσπάθησες παρέμεινε πεισματικά κλειδωμένη και αφιλόξενη. Σε παραξένεψε και όσο η ώρα περνούσε σε εξόργισε και η οργή σου σε ώθησε να ξεκινήσεις να χτυπάς αρχικά με τις παλάμες σου και εν συνεχεία με τις γροθιές σου και με όση δύναμη είχες.
Η μέρα είχε για ακόμα μια φορά νικήσει και εκείνη η πρώτη ακτίδα που ο Ήλιος έριξε επάνω σου ήταν ακριβώς ότι χρειαζόσουν για να επανέλθεις στην πραγματικότητα.
Την ένιωσες στο πρόσωπο σου για μερικές στιγμές και έπειτα εξακολούθησες να την παρατηρείς να κινείται προς τα δεξιά σου φωτίζοντας απρόσμενα μια μικρή πόρτα που δεν είχες προσέξει ποτέ στο παρελθόν.
Το ένστικτο σου σε ώθησε να πας προς τα εκεί και η περιέργεια σου, έμεινε δίπλα σου να χαμογελά χαιρέκακα. Ήταν η μόνη από τους δύο σας που γνώριζε ότι τέτοιου είδους επιλογές επιφέρουν αλλαγές και κάποιες τέτοιες ώρες δεν είναι και ότι πιο φρόνιμο.
Άνοιξες την μικρή ξύλινη πόρτα και για λίγο σάστισες. Ο διάδρομος που απλωνόταν μπροστά σου, φαινόταν τόσο απόκοσμος και αφιλόξενος και συνάμα τόσο γνώριμος και λογικός.
Ήταν μερικά βήματα πριν φτάσεις στην άκρη του, όταν άκουσες κάποιον να τραγουδά. Η φωνή αν και παιδική ήταν ζεστή και όμορφη. Εξέπεμπε όλη εκείνη την αφέλεια και την αθωότητα που η ζωή κρατά καλά φυλακισμένη στις ψυχές που διευθύνουν και ελέγχουν τα άγουρα παιδικά κορμιά, έως ότου πλανηθούν από το φίδι και ανταλλάξουν τούτο τον παράδεισο με την εμπειρία και την γνώση που μέσα από αυτήν και μόνο μπορούν να γεμίσουν τις αποθήκες του μυαλού τους.
Ο διάδρομος τελείωσε και σε ίδια σου η ταχύτητα σε έσπρωξε να προχωρήσεις στρίβοντας προς τα αριστερά, σε ένα μικρό στρογγυλό δωμάτιο. Αμέσως μόλις μπήκες η πόρτα έκλεισε πίσω σου με θόρυβο και εκείνη ακριβώς τη στιγμή η εκτυφλωτική λάμψη που χιλιάδες μικρές οθόνες δημιούργησαν, καθώς ζωντάνεψαν όλες μαζί, σε έκαναν να πισωπατήσεις και αυθόρμητα να καλύψεις τα μάτια σου με τις παλάμες σου.
Μόλις τα άνοιξες σάστισες. Χιλιάδες μάτια καθρέφτιζαν τούτο το αδιέξοδο που ένιωθες να έχει φέρει η αντίληψη σου και να το έχει τοποθετήσει απέναντι σου σαν εμπόδιο. Χιλιάδες μάτια που κοιτώντας τα καλύτερα κατάφερες να τα ομαδοποιήσεις και να τα χωρέσεις τελικά σε ένα και μόνο ζευγάρι που περίεργος πως, ομοίαζε φοβερά με τα δικά σου. Όχι για κανένα άλλο λόγο παρά μόνο διότι ήταν τα δικά σου!
Πήγες κοντά και τα παρατήρησες. Ήταν κουρασμένα, τόσο από την μέρα όσο και από τη ζωή. Κοίταξες μέσα τους και ακριβώς εκείνη τη στιγμή η εικόνα άλλαξε και μπόρεσες να οπτικοποιήσεις την παιδική φωνή που εξακολουθούσε να υπάρχει στο βάθος.
Ήταν τα χρόνια της εφηβείας, εκείνης της μοναδικής περιόδου στην οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τα πάντα και η αφορμή ήταν μια σχολική γιορτή. Μια υπερυψωμένη σκηνή να διαχωρίζει ένα τσούρμο παιδιά από τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους και ένα μεγάλο διαχωριστικό ανάμεσα τους, από εκείνα που το εγώ της πρώτης νιότης επιβάλλει να περιφρουρούμε.
Ένα μικρόφωνο και από εκεί μέχρι τα ηχεία μόνο ηλεκτρισμός. Τόσο στο καλώδιο, όσο και στη φωνή.
Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον. Το έλεγες όμως δεν το εννοούσες. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να αποκλείσεις το είναι σου από όλες εκείνες τις στιγμές που η ζωή σου ετοίμαζε, με ή χωρίς τη δική σου συγκατάθεση.
Όμως το έλεγες και κοιτώντας αυτόν τον πρώιμο εαυτό σου μέσα από μια οθόνη να τραγουδά την αυθάδεια του, κάπως ένιωσες ντροπή. Θα ήθελες να έχεις τη δυνατότητα να σου μιλήσεις και να σε προειδοποιήσεις για αυτά τα δεσμά της απειρίας που δεν σε άφηναν να δεις την πραγματική φύση των ανθρώπων και των καταστάσεων γύρω σου.
Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο σου και η παλάμη σου ακούμπησε στοργικά την κρύα γυάλινη επιφάνεια στο σημείο που βρισκόταν το μάγουλο σου.
Έκατσες στο πάτωμα και έφερες στο μυαλό σου όλη εκείνη την περίοδο. Όνειρα, προσδοκίες και αγωνίες για πράγματα που αυτή τη στιγμή όσο και να το πάλευες δεν μπορούσες να ανακαλέσεις με τίποτα. Και όμως θυμόσουν ότι τότε ήταν τόσο σημαντικά που κάποια βράδια σε κρατούσαν ξάγρυπνο κοιτώντας επίμονα το ταβάνι, προσπαθώντας να βρεις τη λύση τους.
Πόσο περίεργο το ένιωσες τούτο το συναίσθημα του κενού που χωρίς καμία αιδώ είχε καλύψει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του χθες.
Ακριβώς τη στιγμή που τούτο το συναίσθημα επικυρώθηκε, ακριβώς εκείνη τη στιγμή κατάλαβες πόσο σκλαβωμένος υπήρξες τότε, ζώντας σε μια συναισθηματική φυλακή μόνο και μόνο από την άγνοια που περιβάλλει την νιότη.
Τώρα όμως γνώριζες, είχες νικήσει και αυτή η ανεπάρκεια είχε λυγίσει κάτω από το βάρος της εμπειρίας.
Το σκέφτηκες για λίγο και το πικρό σου χαμόγελο νικήθηκε και εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση του σε ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο που το είναι σου αυθόρμητα κρέμασε στο πρόσωπο σου.
Η εικόνα άλλαξε όμως τα μάτια παρέμειναν ίδια, αν και τώρα ήταν γεμάτα στάλες, εξωτερικεύοντας μια βροχή που ορμητικά είχε καλύψει τις αντοχές σου. Δεν θα αγαπήσω ποτέ ξανά. Οι τελευταίες αυτές λέξεις ακούστηκαν ξανά και ξανά και εσύ αυθόρμητα σκέπασες το στόμα σου. Ντράπηκες με τούτα τα λόγια που τόσο μεγαλεπίβολα και άνετα μπορούσες να εκφράσεις σε αυτή την πρώτη σου ήττα, στην αιώνια μάχη με τον έρωτα και την ανάγκη. Περισσότερο όμως ντράπηκες όταν θυμήθηκες ότι τότε αυτά τα λόγια τα πίστευες. Λόγια που σε έδεναν στο μυαλό σου με πρόσωπα και καταστάσεις που σήμερα πλέον έχεις τόσο πολύ εξιδανικεύσει και αλλοιώσει μέσα στις αποθήκες της μνήμης σου, ώστε δυστυχώς να μην μπορείς να πεις με σιγουριά σε ποια ή ποιούς αναφέρονταν.
Πόσο όμορφα είναι τελικά τα νιάτα σκέφτηκες, μέσα σε τούτη την άγνοια που μας επιβάλλουν να ζούμε.
Οι οθόνες άλλαξαν και επανήλθαν στο τώρα, αναμεταδίδοντας την εικόνα ενός ενήλικα εαυτού σου, κουρασμένου και χωρίς πολύ ενέργεια για περαιτέρω σκέψη. Έκλεισες τα μάτια και λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος, καθισμένος εκεί στο κέντρο του δωματίου, αυθόρμητα ψιθύρισες δύο λόγια απελευθερώνοντας τον αέρα που από ώρα δέσμευε τα πνευμόνια και τις σκέψεις σου.
Ευτυχώς τώρα ξέρω, είμαι ελεύθερος και το γνωρίζω.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή μια παλάμη σου έκλεισε το στόμα, χωρίς όμως να μπορέσεις να την νιώσεις, διότι ήταν υπαρκτή μόνο στην άλλη πλευρά της οθόνης. Σε ένα κόσμο διαφορετικό, στον οποίο πάλι ξεφυσούσες αποκαμωμένος με την εικόνα ενός ακόμα παραπλανημένου εαυτού σου.
Υπάρχει πάντα μια σπηλιά και ζούμε στις σκιές της και όταν η ζωή μας δώσει το σκούντημα που απαιτείται και κοιτάξουμε προς τα πίσω, τότε απελευθερωνόμαστε. Είναι παλιά ιστορία όσο άλλωστε και ο Πλάτωνας.
Αυτό όμως που δυστυχώς κανείς δεν μας είπε αδελφέ είναι ότι η σπηλιά δεν είναι μια και οι σκιές υπάρχουν όσο και για όσο έχουμε την ανάγκη να τις πιστεύουμε και να προσδιοριζόμαστε μέσα από την έστω ημιτελή ύπαρξη τους.
Έτσι δυστυχώς λοιπόν παραπλανημένος αποκοιμήθηκες και μερικές στιγμές αργότερα ήταν εκείνα τα λόγια που νωρίς σου είχαν ηχήσει περίεργα σαν προτροπή, τα οποία είχαν τη δύναμη να σε πάνε πίσω, έξω από το τούνελ, έξω και πίσω από μια ακόμα ανούσια βραδιά, πίσω σε σένα και στον καθρέφτη σου, κάποιες ώρες νωρίτερα που ο εαυτός σου σε παρακαλούσε έστω για μια νύχτα να μείνεις μαζί του. Το άκουσες και το προσπέρασες. Εκείνος το εξέλαβε ως αδιαλλαξία, εσύ ως φόβο. Ήξερες πλέον καλά ότι κάθε σπηλιά που χάνουμε κάτω από το βάρος της γνώσης μας φέρνει απλά ένα βήμα πιο κοντά σε κάποιο μεγαλύτερο επιχείρημα για κάτι αντικειμενικό και έτσι μας αφήνει περισσότερο παραπλανημένους και δούλους, τόσο των συναισθημάτων μας όσο και των αναγκών που απορρέουν από κάθε καινούργια πραγματικότητα που αποδεχόμαστε ως αληθινή.
Θα παρέμενες λοιπόν εκεί, έξω από την πόρτα, να χτυπάς περιμένοντας κάποιον να σου ανοίξει, έστω και αν μέσα σου γνώριζες ότι δεν υπήρχε κανείς και το μόνο που χρειαζόσουν ήταν απλά να τραβήξεις την πόρτα προς το μέρος σου.
Οι οθόνες στο δωμάτιο έκλεισαν και έτσι καλύφθηκε από σκοτάδι, αφήνοντας την πεποίθηση του μυαλού σου ότι είναι ελεύθερο, να προσπαθεί να βρει την έξοδο από ένα δωμάτιο που ποτέ δεν διέθετε κάποια. Μόνο ανάγκες και μεγάλα λόγια που στην καλύτερη περίπτωση απλά σε έκαναν να πείθεις τον εαυτό σου ότι η πόρτα που κάποια  κιμωλία είχε δημιουργήσει ήταν σε κάποιο βαθμό πραγματική.
Μεγάλα λόγια και μεγάλες αποφάσεις, πίσω από ψεύτικες διαφυγές της θεωρίας.
Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον...