Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Μικρές αφίξεις


Γεμάτη όνειρα κατέβηκες από το αεροπλάνο. Δεκαοκτώ σκαλοπάτια. Κατεβαίνοντας τα μέτρησες ένα ένα και από μέσα σου φώναζες γεμάτη χαρά και προσμονή μια φράση, συνεχώς η ίδια, έφτασα, είμαι πλέον εδώ.
Στο λεωφορείο προς το αεροδρόμιο και τις αποσκευές σου η φωνή παρέμεινε ζωντανή και δυνατή, να αντηχεί στα αφτιά σου και από εκεί παντού. Έφτασα.
Στα μάτια των υπαλλήλων στον έλεγχο διαβατηρίων ένιωσες το πρώτο καλώς όρισες. Όμως δεν ήταν αυτό που χρειαζόσουν και έτσι το άφησες να σε διαπεράσει και να συνεχίσει την πορεία του παραπίσω, στον επόμενο επιβάτη.
Ο χώρος του αεροδρομίου για ακόμα μία φορά σου φάνηκε γιορτινός. Έτσι φωτισμένος και με όλους αυτούς τους ανθρώπους να αγκαλιάζονται και να χαμογελούν με την άφιξη των δικών τους αγαπημένων προσώπων, είχε μια εορταστική δόνηση που σχεδόν αμέσως σε ανάγκασε να εναρμονιστείς μαζί της και στο αποτέλεσμα να χαμογελάσεις .
Βέβαια για να υπάρχει ισορροπία και να μπορούν τα συναισθήματα και οι καταστάσεις να είναι σε μια τάξη, το αεροδρόμιο ακριβώς στον πάνω όροφο είχε μια ακόμα αίθουσα, εκείνη των αναχωρήσεων. Εκεί που οι άνθρωποι αγκαλιάζονται και κλαίνε. Ποτέ δεν κατάλαβες γιατί αυτό κάνει τον αποχωρισμό πιο εύκολο και για ποιόν. Για εκείνον που φεύγει ή εκείνον που μένει;
Όμως σήμερα δεν πολύ ασχολείσαι με αυτό. Μόλις ήρθες και είναι μέρα χαράς. Δεν σε περιμένει κανείς να σου δώσει το καλώς όρισες, όμως είναι κάτι που δεν σε ενοχλεί. Έχεις παρέα τα όνειρα σου και σου αρκεί. Γιαυτό ακριβώς το λόγο στο λεωφορείο άφησες δυο θέσεις κενές. Μία για τα όνειρα και μία για τον ενθουσιασμό σου, δίπλα δίπλα. Κάθισες αναπαυτικά και άφησες τη ματιά σου να κατακλυστεί από πολλές καινούργιες εικόνες. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Ένα συντριβάνι, ένα πάρκο, μία διάβαση πεζών και από πάνω τα σύννεφα να τρέχουν στο δικό τους χρόνο σχηματίζοντας εικόνες που η άμεση ανάγκη και η επιθυμία έκαναν συγκεκριμένες.
Μετά από αρκετή ώρα τελικά έφτασες. Είχες σημειώσει τη διεύθυνση στο μπλοκάκι σου και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να χαθείς ή να κάνεις λάθος. Άνοιξες την πόρτα και με μία προσποιητή ευγένεια άφησες πρώτα τις ελπίδες, τα όνειρα και τον ενθουσιασμό σου να περάσουν. Ειδικά ο τελευταίος, έτσι ψηλός και κοντοκουρεμένος με το κουστούμι του και την κάπα του, προσέδιδε μία επισημότητα.
Άφησες τη βαλίτσα και βιάστηκες να ανοίξεις το παράθυρο. Ένας μικρός αναστεναγμός σου ξέφυγε ικανός  παρά το μέγεθος του να σε αναγκάσει να σκεφτείς. Και τώρα τι ;
Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που σου ήρθε όταν επέστρεψες τη ματιά σου από το παράθυρο και τον ανοιχτό ορίζοντα στο δωμάτιο με το φτηνό διπλό κρεβάτι και την συρταριέρα που ήξερες ότι δεν θα γέμιζες, όσο και αν ήθελες .
Όλα θα πάνε καλά σου φώναξαν οι ελπίδες και ο ενθουσιασμός σου έκλεισε το μάτι. Εκείνο το πρώτο βράδυ ουσιαστικά δεν κοιμήθηκες. Στριφογυρνούσες και παραδινόσουν στη μάχη που όπως ήταν λογικό είχε ξεκινήσει ανάμεσα στα θέλω σου και τις ανασφάλειες, που όσο και αν νόμιζες ότι είχες νικήσει σε εκείνη τη μάχη με τη φυγή, είχαν με κάποιο τρόπο τρυπώσει λαθρεπιβάτες στο ταξίδι προς το καινούργιο και τώρα βιάζονταν πιεζόμενες από την προσμονή να βγουν από την κρυψώνα τους. Σε αιφνιδίασαν, αυτή είναι η αλήθεια και την επόμενη μέρα σε προβλημάτισαν.
Τα πρώτα τηλεφωνήματα ήταν αδιέξοδα και είχες τόσο πολύ βασιστεί σε αυτά.
Προς στιγμήν ένιωσες παιδί και αυτό πέρα από στεναχώρια σε γέμισε και με πανικό. Είχες φτιάξει ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης και τώρα έβλεπες ότι θα μπορούσε να είναι πολύ πιο σωστά δομημένο. Του έλειπε κάτι βασικό, οι εναλλακτικές λύσεις...
Δεν είχες και έτσι πέρασαν μόλις τέσσερις ημέρες πριν απελπιστείς. Συνήθως όταν αισθανόσουν έτσι έτρεχες στη μαμά σου. Εκείνη σε έπαιρνε στην αγκαλιά της και σου χάιδευε τα μαλλιά. Μην ανησυχείς σου έλεγε. Οι πριγκίπισσες δεν ανησυχούν. Σου χαμογελούσε και ηρεμούσες. Τώρα όμως χωρίς αγκαλιά και χωρίς ψέματα άντεξες περίπου άλλες τόσες ημέρες πριν παραδοθείς και αρχίσεις να διευρύνεις τα όρια. Ξεπούλημα θα το ονομάτιζε κάποιος κακοπροαίρετος και πιθανότατα θα είχε δίκιο.
Μάζεψες λοιπόν τα όνειρα, τις αντοχές και τις ενοχές σου, τις έβαλες όλες μαζί σε ένα κουτί και στον πρώτο που βρέθηκε μπροστά σου, ξεδιάντροπα του το πρότεινες με σκυμμένο κεφάλι ψελλίζοντας σ` αγαπώ.
Μην ανησυχείς δεν θα σε κατηγορήσει κανείς για αυτό. Ήταν αναμενόμενο να γίνει από τη στιγμή που η φυγή σου σε κατέκλυσε και σε ώθησε να δημιουργήσεις την ψευδαίσθηση του ενθουσιασμού. Μία ψευδαίσθηση που όπως έκπληκτη παρατήρησες, εξανεμίστηκε την πρώτη στιγμή που βρήκε κάποιο εμπόδιο.
Το ταξίδι ανέκαθεν υπήρξε θελκτικό για την ψυχή. Παιδικά όμως, χωρίς σκέψη και κυρίως χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Το βλέμμα σου βάρυνε και τα όνειρα σου κάπως μίκρυναν. Ο μικρός αναστεναγμός έγινε μεταμεσονύκτια αϋπνία και περίπου τότε οι μοίρες σε λυπήθηκαν και σου έριξαν σωσίβιο την ώρα που παραδομένη στη φουρτουνιασμένη θάλασσα ήσουν έτοιμη να αφήσεις την ψυχή σου να αποδεχτεί το αναπόφευκτο και να χαθεί στα βάθη της θάλασσας που οι σοφοί ονομάζουν αποτυχία. Είχες τζογάρει και είχες χάσει. Παρά τρίχα, έλεγες στον εαυτό σου για να το κάνεις πιο ευπαρουσίαστο, όμως είχες χάσει...
Και τότε ήρθε. Η προσφορά περίεργη, έξω από τα δικά σου σχέδια και δεδομένα. Αρχικά χάρηκες, όμως και εσύ σαν τον ναυαγό που περιμένοντας τόσο καιρό το πλοίο, όταν το δει πράγματι να πλησιάζει συνήθως αναθαρρεί και βγάζει στην επιφάνεια τον εγωισμό του νιώθοντας την ανάγκη να πει "τα κατάφερα " πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα ισοφαρίσει την αποτυχία .
Παιδί κοιμήθηκες, παιδί ξύπνησες δυστυχώς και ο απέναντι άνθρωπος δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτή σου την επίθεση. Τον έστησες απέναντι και από τα δώδεκα βήματα άρχισες να πυροβολείς για τα άσχημα της ζωής σου. Άσχημα και αρνητικά βέβαια πάντα μέσα από την δική σου οπτική. Την οπτική του παιδιού. Ενός ανθρώπου χωρίς πείρα που η υπομονή αποτελεί λέξη στα λεξικά και τις κούφιες εκφράσεις που παπαγαλίζει προσπαθώντας να χωρέσει πίσω από τη μάσκα που η μικροπρέπεια και η ανυπομονησία τον ώθησαν να φορέσει.
Έτσι λοιπόν πάνω στη σχεδία σου, νηστική και κουρασμένη, αντί να ανέβεις στο πλοίο παρέμεινες και ξεκίνησες με στόμφο να προσπαθείς να επιβάλεις την ανωτερότητα σου η οποία θα έπρεπε να τεθεί ως βάση ώστε να αποδεχθείς να κάνεις την τιμή σε όλους αυτούς που βρίσκονταν πάνω στο πλοίο και να τους συναναστραφεις. Δεν καταλάβαινες τη θέση σου, κανένα παιδί δυστυχώς δεν την καταλαβαίνει.
Ο καπετάνιος γέλασε με αυτή σου την συμπεριφορά και συνηθισμένος σε τέτοιες καταστάσεις δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα. Κουνώντας συναινετικά το κεφάλι σε άφησε να ανέβεις, αφήνοντας σε να πιστεύεις ότι αυτό θα πιστωνόταν ως προσωπική σου νίκη.
Λίγες μέρες αργότερα και αφού είχες φάει και κοιμηθεί, έβγαλες ξανά στην επιφάνεια όλο το φάσμα της παιδικότητας σου. Ήθελες να προκαλέσεις το θαυμασμό και να τραφείς, όμως δυστυχώς απλά μεγιστοποίησες την ήδη υπάρχουσα αντιπάθεια. Τίποτα σε τούτη τη ζωή δεν χαρίζεται και εσύ ήσουν η μόνη που δεν το γνώριζε.
Σε κατέβασαν στο πρώτο λιμάνι και δυστυχώς δεν άκουσες ούτε ένα αντίο. Ούτε μια ευχή για καλή τύχη. Ο καπετάνιος στην κουπαστή κουνούσε το κεφάλι του απογοητευμένος από την απάθεια σου και την έλλειψη κατανόησης.
Εσύ πάλι χορτάτη και σίγουρη ξεκίνησες να περπατάς γεμάτη όνειρα και ελπίδες και ενθουσιασμό για αυτό το καινούργιο λιμάνι αφήνοντας τα αφτιά σου να γεμίζουν από ένα έφτασα, είμαι πλέον εδώ. Τουλάχιστον για σήμερα...

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Διλήμματα


Σε ρώτησε αλλάζοντας συζήτηση και έμεινες για κάποιες στιγμές μετέωρος προσπαθώντας να ακολουθήσεις αυτό το τόσο παράξενο νοητικό άλμα. Η ερώτηση αυτή σε αποσυντόνισε τόσο ώστε να ξεχάσεις όλα τα προηγούμενα και να επικεντρωθείς εκ νέου σε έναν προβληματισμό που συχνά πυκνά σε κρατά ξύπνιο και σε ενεργοποιεί τις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να αφήνεις τη φύση να ησυχάζει και να επαναπροσδιορίζεται.
Σε ρώτησε και ήταν απόγευμα και Τρίτη. Όμως εσύ για έναν αδιευκρίνιστο λόγο έφυγες και επέστρεψες σε ένα βράδυ Σαββάτου πολλά χρόνια πριν.
Να έχεις ή να είσαι;  Εκείνη σε είχε ρωτήσει πρώτη φορά. Καλοκαίρι, δίπλα στη θάλασσα μετά από τα πρώτα άγουρα φιλιά σας. Και εσύ παιδικά τότε και αυθόρμητα είχες απαντήσει να έχω.
Επανήλθες στο σήμερα όμως έχεις σταματήσει από καιρό να είσαι παιδί και αυτό το να έχω που κατάφερε να μεταφερθεί μαζί σου, σου ακούστηκε πλέον πολύ ξένο.
Πόσο μακρινό φαντάζει το χθες όταν προσπαθεί να ανασύρει από το πηγάδι της μνήμης πράγματα με τα οποία σήμερα δεν έχουμε ή δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση;
Έμεινες λοιπόν σιωπηλός. Τόσο όσο χρειάστηκε για να μπορέσει ο συνομιλητής σου να ξεκινήσει έναν ακόμα δικό του μονόλογο. Ευλογημένο θα τον χαρακτήριζες, διότι έτσι μπόρεσες να χαθείς στη δική σου σιωπή κρεμώντας στην εξώπορτα μία ταμπέλα ΄΄σε ακούω με μεγάλη προσοχή΄΄ πού όμως εννοούσε ΄΄επιστρέφω σε λίγο΄΄.
Να έχεις ή να είσαι ;
Άφησες ξανά το μυαλό σου να φύγει μέσα στο χώρο των αναμνήσεων και σταμάτησες λίγα χρόνια αργότερα από εκείνο το να έχω. Τα μάτια είχαν αλλάξει, εσύ είχες αλλάξει και η ζωή σε είχε ήδη διδάξει ότι όλα τα μάτια είναι ίδια αρκεί να σου επιτρέπουν να μπορείς να καθρεφτίζεις μέσα τους αυτό που θέλεις να είσαι.
Να είμαι, απάντησες εξίσου αυθόρμητα. Ήταν η περίοδος που ο καθένας επαναπροσδιορίζεται ξεμπερδεύοντας μια για πάντα το δεξιά από το αριστερά. Για εσένα το αριστερά ήταν για κάποιο λόγο πιο θελκτικό. Όμορφα, μεγάλα λόγια για αξίες, νοήματα, επαναστάσεις και αλλαγές. Ποια νέα καρδιά δεν λαχταρά αλλαγές;
Από εκείνη την περίοδο σου έμειναν και δύο λόγια ποιητικά που η μνήμη ανέσυρε ξαφνικά και σε έκαναν να χαμογελάσεις, αφήνοντας τα ρουθούνια σου να γεμίσουν με αυτό το τόσο μοναδικό άρωμα της νοσταλγίας.
''Συντροφεύοντας τη μοναξιά ενός ανθρώπου που φωνάζω εγώ , χάθηκα πάλι σε μια άβυσσο του είμαι''.
Ο συνομιλητής σου εξακολουθούσε να μιλά και εσύ που και που μούγκριζες χαμηλόφωνα δείχνοντας έτσι την παρουσία σου και την συμφωνία σου. 'Αλλωστε αυτό το ταξίδι μέσα στον κόσμο των αναμνήσεων σου δεν θα μπορούσε να διακοπεί.
Να είμαι σε έναν κόσμο που έχει. Αυτό προσπάθησες για καιρό και τελικά αυτή η παραδοξότητα σε κατέβαλε τόσο, όσο χρειαζόταν για να κατανοήσεις τον παραλογισμό της. Ήταν ένα πρωί κάποιου Γενάρη όταν πήρες την απόφαση και άφησες πίσω σου τα λόγια. Μαζί με αυτά άφησες πίσω και ένα ζευγάρι μάτια και λίγο σου στοίχισε, όμως δεν μπόρεσε να αλλοιώσει αυτή την ανάγκη που έγινε κίνηση και σκοπός. Έτσι ξεκίνησες καινούργιο ταξίδι και το εισιτήριο έγραφε με μεγάλα γράμματα Θα έχω για να είμαι. Έτσι είπες και πείσμωσες. Την ήθελες αυτή την επιτυχία. Ήταν η εποχή που έπρεπε να προσδιοριστείς μέσα από κάτι. Αυτό ένιωσες, αυτό κυνήγησες και έτσι ξεκίνησες να έχεις.
Η επιτυχία ήρθε και μαζί της έφερε περηφάνια αλλά και έπαρση και όπως πάντα μια παραπάνω αντίληψη του είμαι από εκείνη που χρειαζόσουν και μπορούσες να διαχειριστείς. Δεν το πολυκαταλάβαινες τότε, γελάς όμως τώρα. Τόση παιδικότητα, τόση άγνοια κινδύνου...
Μέχρι εκείνο το πρωί που ξέσπασε η πυρκαγιά θεωρούσες ότι τα πάντα είναι καλά και σωστά. Είχες βολευτεί και έτσι αυτή η πυρκαγιά που έκαψε ολοσχερώς τις αποθήκες της ηθικής της δικής σου αλλά και της κοινωνίας  σε αποσυντόνισε. Δεν κατάλαβες από που ήρθε και σίγουρα δεν θα μπορούσες να κάνεις και κάτι. Ώρες αργότερα περιφέροντας τον εαυτό σου ανάμεσα στα καμμένα έχω σου , κατάλαβες ότι και αυτή η οπτική έχει τα λάθη της.
Να έχεις ή να είσαι ;
Ο συνομιλητής σου σε επανέφερε στην πραγματικότητα. Είχες τόσο απορροφηθεί μέσα σε αυτή τη ζέστη που η ανάμνηση σου δημιούργησε, ώστε σου πήρε λίγο χρόνο να επανέλθεις. Τον κοίταξες στα μάτια και του χαμογέλασες. Αυτός ο τοίχος που υψώθηκε από το τότε έως τα μάτια του σου φάνηκε τόσο ανυπέρβλητος που σε έκανε να αναστενάξεις. Τον αποχαιρέτησες σχεδόν ακαριαία και κατάφερες να βγάλεις μόνο ένα δεν ξέρω.
Μπήκες στο τρένο και άφησες το μυαλό σου να συνεχίσει το δικό του σχεδόν αυτόνομο ταξίδι στο χρόνο και τις αναμνήσεις.
Έχω! Όμως τι έχω αναρωτήθηκες σχεδόν ακαριαία. Έχω αντικείμενα, έχω όνομα, υπόσταση, παρελθόν και αν είμαι τυχερός έχω και όνειρα. Έχω όμως και τις ατέλειες μου. Έχω ανασφάλειες και φόβους. Έχω αυταπάτες και εγωισμό. Συναισθήματα όμως από την άλλη μικρά και φτηνά, όταν έχω χρήμα.  Όταν έχω εξουσία μέσα από αυτό και με αυτή την εξουσία νιώθω ασφαλής.
Είναι περίεργο αλλά όπως κινείται αυτό το τρένο και οι σκέψεις σου έχουν συντονιστεί με την ταχύτητα του, σκέφτεσαι για ώρα και τελικά καταλήγεις να νιώσεις ότι δεν έχεις τίποτα πέρα από την αντίληψη της εικόνας του έχω. Μέσα από την στενή οπτική του κατ-έχω.Όμως όταν το έχω αλλάζει και γίνεται αντ-έχω ή παρ-έχω ;
Χαμογελάς, έχεις την απάντηση αλλά επιλέγεις ξανά την σιωπή. Η ζωή μπορεί και έχει την δύναμη να μας διδάξει τελικά μέσα από δυο τρία γράμματα  με τον πιο ξεκάθαρο και κατανοητό τρόπο τι σημαίνει ειρωνία. Έχω - αντ έχω.
Ένα κελάρι τα υπάρχοντα μας με ακριβά κρασιά. Κατεβαίνουμε σπάνια για να τα χαρούμε και δυστυχώς τα βρίσκουμε πάντα σκονισμένα και ανέτοιμα. Πάντα θα χρειάζονται λίγο ακόμα χρόνο. Όμως έχω ...
Το τρένο έφτασε στο τέρμα και η φυγόκεντρος πέταξε τις σκέψεις σου έξω από το βαγόνι και από εκεί αντανακλαστικά στο δρόμο. Ξεκίνησες να περπατάς χωρίς προορισμό. Έχει βραδιάσει και εσύ παλεύεις με τα στοιχεία της φύσης. Αέρας, Γη, Νερό και μια φωτιά που σιγοκαίει από ώρα. Αναδύθηκες από το περίεργο αυτό πηγάδι των αναμνήσεων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές σταμάτησαν να σε καίνε.
Είχες ξεχάσει. Πώς είναι δυνατόν να είχες ξεχάσει;
Μεγαλόσχημα ορκιζόσουν ότι δεν θα ξεχνούσες ποτέ. Και αυτά τα μάτια οπλίζονταν με κατανόηση και σε δικαιολογούσαν.΄Ήξεραν ότι αναπόφευκτα θα ξεχαστούν. Όμως κολακεύονταν τόσο πολύ από το πάθος σου.
Ήταν η όμορφη περίοδος του είμαι. Τόσο όμορφη και τόσο αθώα. Νόμιζες αλήθεια ότι οι λέξεις είχαν δύναμη και ήσουν ονειροπόλος. Είμαι αυτός που θα αλλάξει τον κόσμο, έλεγες και το πίστευες. Όμως έτερον ουδέν. Είμαι έλεγες και έμενες στον προσδιορισμό. Είμαι τα όνειρα μου, είμαι οι αντοχές μου, είμαι οι σκέψεις και οι στοχασμοί μου. Είμαι αθάνατος μα και φθαρτός. Είμαι θνητός και ταυτόχρονα αιώνιος. Είμαι...
Πόσο φούντωσε αυτή η φλόγα μέσα σου, ακούγοντας την φωνή της αθωότητας σου να αναπαραγάγει με την ίδια ορμή λόγια και συναισθήματα θεωρητικά από καιρό παραδωμένα στη λήθη του παρελθόντος. Η φλόγα έγινε πυρκαγιά και η σκέψη σου χωρίς να σε ρωτήσει αυτονομήθηκε και σε ανάγκασε να ζήσεις τα αποκαίδια του Έχω. Όλα αυτά τα υπάρχοντα που σε προσδιόριζαν τόσο καιρό και που με κόπο πολύ είχες αποκτήσει. Πλέον είχαν χαθεί αφήνοντας πίσω μόνο στάχτη και συμπόνια. Το συναίσθημα του τρόμου που είχες βιώσει θα το θυμάσαι εσαεί. Τώρα ποιος είμαι,  αναρωτήθηκες και για λίγο βρέθηκες για πρώτη φορά, ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα. Σε έναν κόσμο του Έχω, εσύ το μόνο που πλέον μπορούσες να δείξεις ως υπάρχον ήταν στάχτες...
Όμως για αυτή τη στιγμή θα είσαι πάντα ευγνώμων στην μοίρα που σε ανάγκασε να την ζήσεις. Μέσα από εκείνα τα λίγα λεπτά ανυπαρξίας, κατάλαβες τα ρήματα και την κρυφή τους σημασία. Μπορεί να κάηκαν τα έχω σου αλλά ποτέ δεν ήταν, άσχετα αν μπορούσες να το κατανοήσεις, κάτι περισσότερο από απλές αντανακλάσεις του είναι σου.Μίας πραγματικότητας που ούτε καίγεται, ούτε χάνεται. Βρίσκεται πάντα εκεί να τρέφεται από τις πράξεις μας και να γελά με τις θεωρίες μας.
Να έχεις ή να είσαι ;
Η φωνή του συνομιλητή σου μακρινή σε ανάγκασε να διακόψεις το ταξίδι σου και άρχισες να νιώθεις μία δίνη να σε ρουφά. Στην αρχή σιγά και με κατανόηση και σταδιακά με μία σφοδρότητα που σε έκανε να νιώσεις έντονη την επιθυμία να αφήσεις τα μάτια σου κλειστά. Δεν το έκανες όμως....
Περπάτησες προς τα πίσω, σε ρούφηξε ο σταθμός, το τρένο, το μαγαζί και το αντίο που είδες να σβήνεται γράμμα γράμμα ώσπου σταθεροποιήθηκες ακριβώς απέναντι τού. Έψαξες τα μάτια του και χαμογέλασες. Ο συνομιλητής σου έστεκε εκεί και μέσα από τον καθρέφτη, σου το ανταπέδωσε.
Ποτέ δεν έφυγες. Το σώμα σου παρέμεινε καθηλωμένο μπροστά στον νιπτήρα και το βλέμμα σου άφησες να χαθεί στα μάτια του.
Η ψυχή σου έφυγε και επιστρέφοντας έφερε μαζί της τα νέα της νίκης που για όσους ξέρουν να διαβάζουν είναι γραμμένα με πολύχρωμους μαρκαδόρους πάνω στο χαμόγελο σου.
Να έχω αυτό που είμαι. Το είπες και ακούστηκε σαν σιωπή μετά τον οργασμό.
Τόσο λυτρωτικό και τόσο τέλειο.
Να το κατ-έχω είπες στον συνομιλητή σου χαμογελώντας και να το αντ-έχω. Εκείνος σου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά και το χαμόγελο έγινε πλατύτερο.
Για να θέλω να είμαι, είπε και ξεκίνησε να απομακρύνεται...