Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Διλήμματα


Σε ρώτησε αλλάζοντας συζήτηση και έμεινες για κάποιες στιγμές μετέωρος προσπαθώντας να ακολουθήσεις αυτό το τόσο παράξενο νοητικό άλμα. Η ερώτηση αυτή σε αποσυντόνισε τόσο ώστε να ξεχάσεις όλα τα προηγούμενα και να επικεντρωθείς εκ νέου σε έναν προβληματισμό που συχνά πυκνά σε κρατά ξύπνιο και σε ενεργοποιεί τις ώρες που κανονικά θα έπρεπε να αφήνεις τη φύση να ησυχάζει και να επαναπροσδιορίζεται.
Σε ρώτησε και ήταν απόγευμα και Τρίτη. Όμως εσύ για έναν αδιευκρίνιστο λόγο έφυγες και επέστρεψες σε ένα βράδυ Σαββάτου πολλά χρόνια πριν.
Να έχεις ή να είσαι;  Εκείνη σε είχε ρωτήσει πρώτη φορά. Καλοκαίρι, δίπλα στη θάλασσα μετά από τα πρώτα άγουρα φιλιά σας. Και εσύ παιδικά τότε και αυθόρμητα είχες απαντήσει να έχω.
Επανήλθες στο σήμερα όμως έχεις σταματήσει από καιρό να είσαι παιδί και αυτό το να έχω που κατάφερε να μεταφερθεί μαζί σου, σου ακούστηκε πλέον πολύ ξένο.
Πόσο μακρινό φαντάζει το χθες όταν προσπαθεί να ανασύρει από το πηγάδι της μνήμης πράγματα με τα οποία σήμερα δεν έχουμε ή δεν θέλουμε να έχουμε καμία σχέση;
Έμεινες λοιπόν σιωπηλός. Τόσο όσο χρειάστηκε για να μπορέσει ο συνομιλητής σου να ξεκινήσει έναν ακόμα δικό του μονόλογο. Ευλογημένο θα τον χαρακτήριζες, διότι έτσι μπόρεσες να χαθείς στη δική σου σιωπή κρεμώντας στην εξώπορτα μία ταμπέλα ΄΄σε ακούω με μεγάλη προσοχή΄΄ πού όμως εννοούσε ΄΄επιστρέφω σε λίγο΄΄.
Να έχεις ή να είσαι ;
Άφησες ξανά το μυαλό σου να φύγει μέσα στο χώρο των αναμνήσεων και σταμάτησες λίγα χρόνια αργότερα από εκείνο το να έχω. Τα μάτια είχαν αλλάξει, εσύ είχες αλλάξει και η ζωή σε είχε ήδη διδάξει ότι όλα τα μάτια είναι ίδια αρκεί να σου επιτρέπουν να μπορείς να καθρεφτίζεις μέσα τους αυτό που θέλεις να είσαι.
Να είμαι, απάντησες εξίσου αυθόρμητα. Ήταν η περίοδος που ο καθένας επαναπροσδιορίζεται ξεμπερδεύοντας μια για πάντα το δεξιά από το αριστερά. Για εσένα το αριστερά ήταν για κάποιο λόγο πιο θελκτικό. Όμορφα, μεγάλα λόγια για αξίες, νοήματα, επαναστάσεις και αλλαγές. Ποια νέα καρδιά δεν λαχταρά αλλαγές;
Από εκείνη την περίοδο σου έμειναν και δύο λόγια ποιητικά που η μνήμη ανέσυρε ξαφνικά και σε έκαναν να χαμογελάσεις, αφήνοντας τα ρουθούνια σου να γεμίσουν με αυτό το τόσο μοναδικό άρωμα της νοσταλγίας.
''Συντροφεύοντας τη μοναξιά ενός ανθρώπου που φωνάζω εγώ , χάθηκα πάλι σε μια άβυσσο του είμαι''.
Ο συνομιλητής σου εξακολουθούσε να μιλά και εσύ που και που μούγκριζες χαμηλόφωνα δείχνοντας έτσι την παρουσία σου και την συμφωνία σου. 'Αλλωστε αυτό το ταξίδι μέσα στον κόσμο των αναμνήσεων σου δεν θα μπορούσε να διακοπεί.
Να είμαι σε έναν κόσμο που έχει. Αυτό προσπάθησες για καιρό και τελικά αυτή η παραδοξότητα σε κατέβαλε τόσο, όσο χρειαζόταν για να κατανοήσεις τον παραλογισμό της. Ήταν ένα πρωί κάποιου Γενάρη όταν πήρες την απόφαση και άφησες πίσω σου τα λόγια. Μαζί με αυτά άφησες πίσω και ένα ζευγάρι μάτια και λίγο σου στοίχισε, όμως δεν μπόρεσε να αλλοιώσει αυτή την ανάγκη που έγινε κίνηση και σκοπός. Έτσι ξεκίνησες καινούργιο ταξίδι και το εισιτήριο έγραφε με μεγάλα γράμματα Θα έχω για να είμαι. Έτσι είπες και πείσμωσες. Την ήθελες αυτή την επιτυχία. Ήταν η εποχή που έπρεπε να προσδιοριστείς μέσα από κάτι. Αυτό ένιωσες, αυτό κυνήγησες και έτσι ξεκίνησες να έχεις.
Η επιτυχία ήρθε και μαζί της έφερε περηφάνια αλλά και έπαρση και όπως πάντα μια παραπάνω αντίληψη του είμαι από εκείνη που χρειαζόσουν και μπορούσες να διαχειριστείς. Δεν το πολυκαταλάβαινες τότε, γελάς όμως τώρα. Τόση παιδικότητα, τόση άγνοια κινδύνου...
Μέχρι εκείνο το πρωί που ξέσπασε η πυρκαγιά θεωρούσες ότι τα πάντα είναι καλά και σωστά. Είχες βολευτεί και έτσι αυτή η πυρκαγιά που έκαψε ολοσχερώς τις αποθήκες της ηθικής της δικής σου αλλά και της κοινωνίας  σε αποσυντόνισε. Δεν κατάλαβες από που ήρθε και σίγουρα δεν θα μπορούσες να κάνεις και κάτι. Ώρες αργότερα περιφέροντας τον εαυτό σου ανάμεσα στα καμμένα έχω σου , κατάλαβες ότι και αυτή η οπτική έχει τα λάθη της.
Να έχεις ή να είσαι ;
Ο συνομιλητής σου σε επανέφερε στην πραγματικότητα. Είχες τόσο απορροφηθεί μέσα σε αυτή τη ζέστη που η ανάμνηση σου δημιούργησε, ώστε σου πήρε λίγο χρόνο να επανέλθεις. Τον κοίταξες στα μάτια και του χαμογέλασες. Αυτός ο τοίχος που υψώθηκε από το τότε έως τα μάτια του σου φάνηκε τόσο ανυπέρβλητος που σε έκανε να αναστενάξεις. Τον αποχαιρέτησες σχεδόν ακαριαία και κατάφερες να βγάλεις μόνο ένα δεν ξέρω.
Μπήκες στο τρένο και άφησες το μυαλό σου να συνεχίσει το δικό του σχεδόν αυτόνομο ταξίδι στο χρόνο και τις αναμνήσεις.
Έχω! Όμως τι έχω αναρωτήθηκες σχεδόν ακαριαία. Έχω αντικείμενα, έχω όνομα, υπόσταση, παρελθόν και αν είμαι τυχερός έχω και όνειρα. Έχω όμως και τις ατέλειες μου. Έχω ανασφάλειες και φόβους. Έχω αυταπάτες και εγωισμό. Συναισθήματα όμως από την άλλη μικρά και φτηνά, όταν έχω χρήμα.  Όταν έχω εξουσία μέσα από αυτό και με αυτή την εξουσία νιώθω ασφαλής.
Είναι περίεργο αλλά όπως κινείται αυτό το τρένο και οι σκέψεις σου έχουν συντονιστεί με την ταχύτητα του, σκέφτεσαι για ώρα και τελικά καταλήγεις να νιώσεις ότι δεν έχεις τίποτα πέρα από την αντίληψη της εικόνας του έχω. Μέσα από την στενή οπτική του κατ-έχω.Όμως όταν το έχω αλλάζει και γίνεται αντ-έχω ή παρ-έχω ;
Χαμογελάς, έχεις την απάντηση αλλά επιλέγεις ξανά την σιωπή. Η ζωή μπορεί και έχει την δύναμη να μας διδάξει τελικά μέσα από δυο τρία γράμματα  με τον πιο ξεκάθαρο και κατανοητό τρόπο τι σημαίνει ειρωνία. Έχω - αντ έχω.
Ένα κελάρι τα υπάρχοντα μας με ακριβά κρασιά. Κατεβαίνουμε σπάνια για να τα χαρούμε και δυστυχώς τα βρίσκουμε πάντα σκονισμένα και ανέτοιμα. Πάντα θα χρειάζονται λίγο ακόμα χρόνο. Όμως έχω ...
Το τρένο έφτασε στο τέρμα και η φυγόκεντρος πέταξε τις σκέψεις σου έξω από το βαγόνι και από εκεί αντανακλαστικά στο δρόμο. Ξεκίνησες να περπατάς χωρίς προορισμό. Έχει βραδιάσει και εσύ παλεύεις με τα στοιχεία της φύσης. Αέρας, Γη, Νερό και μια φωτιά που σιγοκαίει από ώρα. Αναδύθηκες από το περίεργο αυτό πηγάδι των αναμνήσεων, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές σταμάτησαν να σε καίνε.
Είχες ξεχάσει. Πώς είναι δυνατόν να είχες ξεχάσει;
Μεγαλόσχημα ορκιζόσουν ότι δεν θα ξεχνούσες ποτέ. Και αυτά τα μάτια οπλίζονταν με κατανόηση και σε δικαιολογούσαν.΄Ήξεραν ότι αναπόφευκτα θα ξεχαστούν. Όμως κολακεύονταν τόσο πολύ από το πάθος σου.
Ήταν η όμορφη περίοδος του είμαι. Τόσο όμορφη και τόσο αθώα. Νόμιζες αλήθεια ότι οι λέξεις είχαν δύναμη και ήσουν ονειροπόλος. Είμαι αυτός που θα αλλάξει τον κόσμο, έλεγες και το πίστευες. Όμως έτερον ουδέν. Είμαι έλεγες και έμενες στον προσδιορισμό. Είμαι τα όνειρα μου, είμαι οι αντοχές μου, είμαι οι σκέψεις και οι στοχασμοί μου. Είμαι αθάνατος μα και φθαρτός. Είμαι θνητός και ταυτόχρονα αιώνιος. Είμαι...
Πόσο φούντωσε αυτή η φλόγα μέσα σου, ακούγοντας την φωνή της αθωότητας σου να αναπαραγάγει με την ίδια ορμή λόγια και συναισθήματα θεωρητικά από καιρό παραδωμένα στη λήθη του παρελθόντος. Η φλόγα έγινε πυρκαγιά και η σκέψη σου χωρίς να σε ρωτήσει αυτονομήθηκε και σε ανάγκασε να ζήσεις τα αποκαίδια του Έχω. Όλα αυτά τα υπάρχοντα που σε προσδιόριζαν τόσο καιρό και που με κόπο πολύ είχες αποκτήσει. Πλέον είχαν χαθεί αφήνοντας πίσω μόνο στάχτη και συμπόνια. Το συναίσθημα του τρόμου που είχες βιώσει θα το θυμάσαι εσαεί. Τώρα ποιος είμαι,  αναρωτήθηκες και για λίγο βρέθηκες για πρώτη φορά, ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα. Σε έναν κόσμο του Έχω, εσύ το μόνο που πλέον μπορούσες να δείξεις ως υπάρχον ήταν στάχτες...
Όμως για αυτή τη στιγμή θα είσαι πάντα ευγνώμων στην μοίρα που σε ανάγκασε να την ζήσεις. Μέσα από εκείνα τα λίγα λεπτά ανυπαρξίας, κατάλαβες τα ρήματα και την κρυφή τους σημασία. Μπορεί να κάηκαν τα έχω σου αλλά ποτέ δεν ήταν, άσχετα αν μπορούσες να το κατανοήσεις, κάτι περισσότερο από απλές αντανακλάσεις του είναι σου.Μίας πραγματικότητας που ούτε καίγεται, ούτε χάνεται. Βρίσκεται πάντα εκεί να τρέφεται από τις πράξεις μας και να γελά με τις θεωρίες μας.
Να έχεις ή να είσαι ;
Η φωνή του συνομιλητή σου μακρινή σε ανάγκασε να διακόψεις το ταξίδι σου και άρχισες να νιώθεις μία δίνη να σε ρουφά. Στην αρχή σιγά και με κατανόηση και σταδιακά με μία σφοδρότητα που σε έκανε να νιώσεις έντονη την επιθυμία να αφήσεις τα μάτια σου κλειστά. Δεν το έκανες όμως....
Περπάτησες προς τα πίσω, σε ρούφηξε ο σταθμός, το τρένο, το μαγαζί και το αντίο που είδες να σβήνεται γράμμα γράμμα ώσπου σταθεροποιήθηκες ακριβώς απέναντι τού. Έψαξες τα μάτια του και χαμογέλασες. Ο συνομιλητής σου έστεκε εκεί και μέσα από τον καθρέφτη, σου το ανταπέδωσε.
Ποτέ δεν έφυγες. Το σώμα σου παρέμεινε καθηλωμένο μπροστά στον νιπτήρα και το βλέμμα σου άφησες να χαθεί στα μάτια του.
Η ψυχή σου έφυγε και επιστρέφοντας έφερε μαζί της τα νέα της νίκης που για όσους ξέρουν να διαβάζουν είναι γραμμένα με πολύχρωμους μαρκαδόρους πάνω στο χαμόγελο σου.
Να έχω αυτό που είμαι. Το είπες και ακούστηκε σαν σιωπή μετά τον οργασμό.
Τόσο λυτρωτικό και τόσο τέλειο.
Να το κατ-έχω είπες στον συνομιλητή σου χαμογελώντας και να το αντ-έχω. Εκείνος σου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά και το χαμόγελο έγινε πλατύτερο.
Για να θέλω να είμαι, είπε και ξεκίνησε να απομακρύνεται...

1 σχόλιο:

  1. Πόσο όμορφο κείμενο!!!Αυτά τα διλήμματα τα έχουμε όλοι κατά νου αλλά κανείς δεν μπαίνει σε διαδικασία να τα ψάξει περισσότερο...

    Σχεδόν κανείς δηλαδή... :)

    Εξαιρετικό κείμενο,συγχαρητήρια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή