Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Τριαδικότητες



Ένα ξύλινο παλιό τραπεζάκι και πάνω του ένα μάτσο άδειες σελίδες, η μία πάνω στην άλλη, να δημιουργούν μια προσμονή και μια προοπτική. Όσο όμως περνούσε η ώρα, η δική σου απραξία αυτήν την προσμονή είχε την δύναμη να την μετατρέψει σταδιακά σε απελπισία.
Είχες καθίσει ώρες πριν, με τον ήλιο να σε τυφλώνει και την λαχτάρα για γράψιμο να σε ζεσταίνει και να σε ζωογονεί, έτοιμος για το παρακάτω. Είχες πάρει μια βαθιά ανάσα και είχες προσπαθήσει να βουτήξεις σε εκείνο τον περίεργο κόσμο που η πένα σου μπορούσε να δημιουργεί με ευκολία. Όχι όμως σήμερα. Η βουτιά σε πόνεσε διότι αν και προετοιμάστηκες για μια κρύα και φιλική  θάλασσα, έτοιμη να σε βοηθήσει να αποβάλλεις τη ζέστη του κορμιού σου και της ψυχής σου, εν τούτης το πρόσωπο σου προσέκρουσε βίαια στο τσιμέντο. Γκρι, λερωμένο, στέρεο τσιμέντο.
Ο λεπτοδείκτης έκανε αρκετούς κύκλους χωρίς δυστυχώς να μπορείς να ξεκολλήσεις και έτσι οι λευκές σελίδες στο τραπέζι, παρέμειναν ένα μάτσο αμουντζούρωτα χαρτιά που θα ορκιζόσουν ότι κάποια στιγμή τα είδες να σε κοιτάνε και να χαμογελάνε πονηρά.
Σήμερα τα μυστικά μας θα παραμείνουν θαμμένα. Αυτό πίστευες ότι θα σου έλεγαν αν είχαν φωνή.
Από πάνω σου μέταλλο και γέφυρα. Πολύ μέταλλο σε μια παλιά σχεδόν ερειπωμένη γέφυρα και από κάτω σιωπή από εκείνες που δημιουργεί η εγκατάλειψη. Και μετά χωρίς καμία προειδοποίηση, αυτός ο τσιριχτός ήχος που δημιουργεί το τρένο, καθώς παλεύει με τις γραμμές στις οποίες βρίσκεται φυλακισμένο, στην προσπάθεια του να ξεφύγει. Να εκτροχιαστεί και να νιώσει έστω και για μια στιγμή ελεύθερο.
Αυτός ο ήχος λοιπόν καθώς το τρένο πάσχιζε να επιταχύνει σου ακουγόταν σαν κραυγή. Βοήθεια ή τουλάχιστον σώστε με.
Όταν κάθισες, ώρες πριν ακριβώς από κάτω, εκεί σε αυτό το ξύλινο παλιό τραπεζάκι και ήρθες σε επαφή με τον ήχο, σου ακούστηκε όμορφος και είχε τη δύναμη να σου δημιουργήσει ένα χαμόγελο. Τόσες ώρες όμως μετά άρχισε να γίνεται μαρτύριο και αυτή η τσιριχτή κραυγή μετατράπηκε σε ένα νοητό όρνιο που με τα νύχια του βάλθηκε να ξεσκίζει τη σάρκα σου, που σαν ανάχωμα στεκόταν εκεί ανάμεσα σε αυτό και την ψυχή σου.
Αυτό που δεν μπορούσες να κατανοήσεις ήταν ότι δεν ήταν η κραυγή δυνατή, αλλά δυστυχώς η ψυχή σου αδύναμη.
Επέστρεψες στα χαρτιά σου και από εκεί στον ήρωα σου που βρισκόταν μετέωρος πάνω σε μια άλλη γέφυρα, μίλια μακριά από εσένα. Πως να ένιωθε άραγε μετά από τόσο καιρό που τον είχες πρακτικά εγκαταλείψει εκεί ;
Πόσα τρένα είχε άραγε δει να περνάνε χωρίς να μπορεί να μπει σε κανένα, κυρίως όμως ξεκίνησες να σκέφτεσαι, πόσο έχει επηρεάσει την ψυχή του η τσιριχτή αυτή κραυγή που τα τρένα μπορούν και παράγουν.
Οι σκέψεις σου διακόπηκαν βίαια και αυτό λίγο σε εκνεύρισε, διότι ένιωθες σχεδόν έτοιμος να προσπαθήσεις να βουτήξεις ξανά. Ένιωθες ότι η κερκόπορτα είχε λίγο ανοίξει και αυτό το άνοιγμα ήταν ικανοποιητικό. Αρκούσε μια μικρή στιγμή όμως ώστε να κλείσει απότομα και να σε αφήσει ξανά αντιμέτωπο με το λερωμένο, γκρι τσιμέντο.
Η φωνή ήταν στα δεξιά σου και η προφορά περίεργη. Γύρισες ενστικτωδώς και η φιγούρα σε καθήλωσε. Ένας νέος, πάνω κάτω στην ηλικία του ήρωα σου, με ξυρισμένο κεφάλι και μόνο μερικές τιρκουάζ τούφες παρατημένες, σχεδόν ασύμμετρα, να ανεμίζουν στο ελαφρό αεράκι που το απόγευμα είχε φέρει μαζί του σε τούτη τη γωνιά της πόλης. Τρεις τελείες κάτω από το αριστερό του μάτι να σχηματίζουν μια γραμμή προς το μάγουλο και άλλες δύο ακριβώς κάτω από το κάτω χείλος δεξιά και αριστερά από ένα λεπτό, τιρκουάζ μουσάκι. Τα ρούχα μαύρα, φθαρμένα και βρώμικα να μαρτυρούν την πενία του κορμιού και σε αντιδιαστολή ένα βλέμμα τόσο έντονο, τόσο ζωντανό και δυνατό που σε μαγνήτισε και σε καθήλωσε για αρκετές στιγμές.
Φίλε, έχεις φωτιά ;
Αυτή ήταν η ερώτηση . Αυτή υπήρξε η αφορμή της διακοπής των σκέψεων σου , και πάνω που ετοιμάστηκες να απαντήσεις, η ζωή σε προσπέρασε και η αντίληψη σου ζορίστηκε.
Φίλε, έχεις φωτιά ; .. στην ψυχή σου ;
Τον κοίταξες με απορία και απλά χαμογέλασες. Αυτή ήταν η μοναδική αντίδραση σε τούτη την υπέρβαση, όμως ήταν αληθινή. Εκείνος το κατάλαβε και σου επέστρεψε το χαμόγελο. Χωρίς να σε ρωτήσει, έκατσε απέναντι σου και σταύρωσε τα χέρια του πάνω σε αυτό το μικρό ξύλινο τραπεζάκι, που τώρα λειτουργούσε ως διαχωριστικό.
Έχεις φωτιά μες την ψυχή σου; Η ερώτηση επαναλήφθηκε και τώρα ακούστηκε πιο σοβαρή, πιο προστακτική.
Εσύ απάντησες ένα παιδικό δεν ξέρω και μετά ξανά σιωπή. Εκείνος έριξε το βλέμμα του κάτω και έμεινε σιωπηλός προσπαθώντας να επιλέξει τις κατάλληλες λέξεις. Όταν ξεκίνησε η φωνή του αυτόματα σε ηλέκτρισε. Σου θύμισε την κραυγή στις ράγες και με κάποιο περίεργο τρόπο σε ανάγκασε να τον παρακολουθήσεις με όλο σου το είναι.
Τρεις τελείες αδελφέ. Μία για εσένα, μια για εμένα και μια για εμάς. 
Μια για το χθες, μια για το σήμερα και μια για το αύριο. Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος. Ποια είναι πιο σημαντική; Πως μπορείς να τις κατατάξεις με σειρά σπουδαιότητας ;
Έπειτα σηκώθηκε , ανέβηκε στο πατίνι του και με μια κίνηση χάθηκε από το οπτικό σου πεδίο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα ώστε να διερωτηθείς αν ήταν αληθινά ή τουλάχιστον ποια κομμάτια από όλη αυτή την εικόνα δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας σου.
Εσύ, εγώ και εμείς. 'Όχι δεν ταίριαζε. Υπάρχει το εγώ σίγουρα, σκέφτηκες προσπαθώντας να βάλεις μια τάξη, και υπάρχει και το εσύ για να μπορώ να ισχυροποιώ αυτό το εγώ. Αυτό το εμείς δυστυχώς  όμως δεν μπορούσες να το χωρέσεις κάπου και να το κατανοήσεις.
Δια μέσω των αιώνων, η καταγραφή της ιστορίας σου έδειχνε ότι αυτό το εμείς ήταν μια κατάσταση που δεν κατανοούσε και κανείς άλλος. Πόλεμοι, θάνατος , συγκρούσεις και εγωισμός. Αυτή η λογική και κατανοητή κατάσταση του εγώ. Και ήρθε αναπάντεχα ένας αλήτης, ένας άστεγος των δρόμων να σου πει ότι αυτό υπάρχει. Πόσο παράλογο.
Χθες, σήμερα και αύριο. Τρεις έννοιες ξεκίνησαν να εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια σου σαν ένας τροχός γεμάτος με διαφορετικά χρώματα. Όσο προσπαθούσες να εστιάσεις σε ένα από όλα, τόσο αυτός ο τροχός επιτάχυνε και το έκανε όλο και πιο δύσκολο, ώσπου στο τέλος δεν έμεινε τίποτα άλλο από ένα κύκλο με ένα και μόνο χρώμα που δεν χωρούσε καμία παρερμηνεία. Το λευκό πάντα έχει αυτή τη μαγική ιδιότητα να κάνει τα πράγματα να φαίνονται πιο αθώα και λίγο πιο λογικά.
Αντανακλαστικά το μυαλό σου ξεκίνησε να σκέφτεται όλες τις τριαδικότητες που η κοινωνία σε έμαθε να θεωρείς λογικές. Θεοί και δαίμονες, άνθρωποι και ανάγκες πλεγμένοι τόσο περίτεχνα σε μια όμορφη εικόνα χωρίς κενά και παρερμηνείες. Η αλήθεια είναι ότι η συνειδητοποίηση αυτή σε έκανε έστω και για λίγο να ζηλέψεις.
Τα δικά σου χαρτιά παρέμεναν λευκά και ο ήρωας σου μετέωρος χωρίς άμεσα να έχεις την δυνατότητα να τον απεγκλωβίσεις από αυτή την πραγματικότητα. Όμως όλες αυτές οι ιστορίες ήταν σωστά δεμένες βήμα βήμα και δεν υπήρχε κανένας λόγος αμφισβήτησης.
Σώμα, ψυχή και πνεύμα τα είπε κάποτε ο Πλάτωνας, κάνοντας τον δικό του διαχωρισμό και εσύ σκέφτηκες ότι ποτέ ουσιαστικά δεν τα διαχώρισε. Υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν ως διαφορετικές πλευρές του ίδιου όλου. Στην προκειμένη του ανθρώπου.
Τι είναι όμως ο άνθρωπος περισσότερο ; ή μήπως είναι και τα τρία μαζί κάθε στιγμή ;
Το τρένο σφύριξε για ακόμα μια φορά πάνω στις ράγες και εσύ μετατόπισες το βλέμμα σου ασυναίσθητα στο ταξί που είχε σταματήσει ακριβώς δίπλα σου στο φανάρι και δεν άργησες να εντοπίσεις τον οδηγό που σε κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια. Η μορφή του πρωτόγνωρη και ταυτόχρονα τόσο οικεία, που σε παραξένεψε. Μαύρος, σαν την λαχτάρα που λέει ο ποιητής, με ένα τεράστιο άσπρο γένι να καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπο του, και δυο μάτια τόσο κόκκινα που σε καθήλωσαν και για ένα δευτερόλεπτο σε ώθησαν να κρατήσεις την ανάσα σου. Εκείνος νιώθοντας τον φόβο σου, σου χαμογέλασε πλατιά γνωρίζοντας ότι ήταν αβάσιμος και ξεκινώντας σου φώναξε μερικές λέξεις που όμως έκαναν αυτόν τον φόβο μεγαλύτερο. Είσαι σε καλό δρόμο, συνέχισε..
Άφησες την ματιά σου ταυτόχρονα με την αναπνοή σου και ακολούθησες νοητά το όχημα μέχρι να χαθεί τελείως από το οπτικό σου πεδίο, προσπαθώντας να καταλάβεις για ποιο δρόμο μιλούσε.
Οι σκέψεις σου ηρέμησαν και ένιωσες να σε τραβάνε πίσω στην κατανόηση του εγώ.
Όχι αναφώνησες αυθόρμητα μετά από ώρα, δεν μπορεί, θα ήταν παράλογο. Το εμείς προϋποθέτει σκέφτηκες , σεβασμό και κατανόηση του διαφορετικού. Άρα δεν μπορεί να υπάρχει.
Σίγουρα μπορούμε να μιλήσουμε για τον άνθρωπο ως μονάδα, όχι όμως σαν κομμάτι συνόλου. Εκεί παύει να είναι άνθρωπος και αναγκαστικά πρέπει να ντυθεί άλλα ουσιαστικά και επίθετα ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει μια εικόνα συνόλου.
Επέστρεψες στην στοίβα με τα χαρτιά και ένα συναίσθημα θυμού ξεκίνησε να σε κατακλύζει.
Τι θέλω να γράψω ; τι μπορώ να γράψω τελικά όταν κανείς δεν ενδιαφέρεται για κάτι παραπέρα από την δική του επικράτηση και την δική του προσωπική ευημερία ;
Ο ήρωας σου μετά από καιρό εξελίχθηκε. Στάθηκε έξω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και έμεινε μετέωρος πριν πηδήξει από τα δέκα περίπου μέτρα προς τον βέβαιο θάνατο. Αυτό σου φάνηκε ως το πιο λογικό. Να πέσει να τελειώνει. Να γλυτώσει ήταν η ορθότερη προσέγγιση στο μυαλό σου.
Όμως τη στιγμή που προσπάθησες να το αποτυπώσεις με λέξεις σου φάνηκε τελικά τόσο λάθος. Τι και αν οι άνθρωποι ξεχάσαμε. Τι και αν πλέον υπάρχουν πολλές λέξεις χωρίς καμία συνάφεια με τις αξίες που περιγράφουν.Σε εξοργίζει και σε θλίβει όλη αυτή η πραγματικότητα. Όμως αυτός ο ήρωας πηδώντας από την γέφυρα δεν πρόκειται να αλλάξει αυτή την οργή και αυτό τον παραλογισμό .
Αντίθετα μέσα από αυτή την παθητική αντιμετώπιση απλά επιβεβαιώνει την δύναμη της κοινωνίας να προβάλει και να επιβάλλει τούτο τον τρόπο ζωής.
Χθες, σήμερα και αύριο. Τρεις διαφορετικές οπτικές της λέξης ζωή. Μια λέξη που γίνεται έννοια και πραγματικότητα. Εξαρτάται με πoιο τρόπο όμως. Το αύριο πάντα θα έχει την δυνατότητα να είναι θετικό και όμορφο όταν έχουμε την δύναμη, ζώντας στο σήμερα να μην ξεχνάμε το χθες. Τα λάθη μας, πολύτιμα μαθήματα στην πορεία προς την ευτυχία και το εμείς..
Η ψύχρα που έφερε μαζί της η νύχτα σε ανάγκασε να ανασκουμπωθείς. Το φως της λάμπας εδώ και ώρα έριχνε τις ακτίνες του στη στοίβα με τα χαρτιά σου και από εκεί στον ήρωα σου τον οποίο αποφάσισες να λυτρώσεις από τούτο το μαρτύριο της αναμονής. Αύριο κιόλας θα τον κατέβαζες από εκείνη την γέφυρα και θα του δημιουργούσες μια άλλη πραγματικότητα. Άλλωστε από την αρχή ήταν στο δικό σου χέρι και μόνο.
Εσύ, εγώ και εμείς. Τρεις τελείες, τρεις πραγματικότητες. Πάντα όμως τελικά μέσα στην ίδια ανάγκη για ολοκλήρωση και εξέλιξη...