Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Μαραμπού


Αυτός ο ήλιος με μελαγχολεί, με κάνει να θυμάμαι όσα δεν θέλω και μου ζητά όσα δεν μπορώ.
Στο είπε μετά από μία παρατεταμένη σιωπή που όμορφα είχε βυθίσει τον καθένα στις δικές του σκέψεις.
Η φωνή του μετέφερε πόνο. Όχι αβάσταχτο ή ακατανόητο. Όχι, δεν ήταν κάτι τέτοιο δυστυχώς.
Ήταν εκείνος ο πόνος ο κατασταλαγμένος, εκείνο το συναίσθημα που σαν βαρίδι κουβαλάμε μέσα μας όταν πλέον είμαστε σίγουροι ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει και όλη τούτη η κατάσταση έχει καταχωρηθεί και επίσημα κάτω από την ετικέτα της ανάμνησης.
Αυτός ο πόνος, ίδιος με τον πόνο που περήφανα μεταφέρουν οι Κέλτες διαμέσου των αιώνων μέσα από τα τραγούδια τους, απλώθηκε στην ατμόσφαιρα και σαν κεραυνός που κεντρίζει αυτόματα το μάτι, σε έκανε να γυρίσεις και να τον κοιτάξεις κατευθείαν στα μάτια.
Στο βλέμμα σου η απορία δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες. Τι και αν τον γνώριζες καιρό, τούτο το συναίσθημα σε μαγνήτισε και σε αιχμαλώτισε τόσο πρωτόγνωρα, που σε ώθησε να ζητήσεις περισσότερες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσεις να το κατανοήσεις.
Εκείνος έκανε μια ακόμα παύση, άνοιξε την καφέ τσάντα που πάντα κουβαλούσε μαζί του και βγάζοντας από μέσα ένα χοντρό βιβλίο ξεκίνησε να το φυλλομετρά, σαν να έψαχνε κάτι συγκεκριμένο. Ήταν μερικές στιγμές αργότερα όταν με μουσική υπόκρουση τον απαλό παφλασμό των κυμάτων δίπλα σας, ξεκίνησε να απαγγέλλει. Ήταν Καββαδίας και σου ήταν παντελώς άγνωστο. Λίγο η αρχή ήταν γνώριμη αλλά, όχι τελικά δεν το είχες ακούσει ποτέ ξανά.
Λένε για μένα οι ναυτικοί, που εζήσαμε μαζί, πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο.
Όταν τελείωσε, τα συναισθήματα σου ήταν ανάμεικτα. Χαρά και φόβος, λαχτάρα και άρνηση, μελαγχολία και όραμα.
Στα αφτιά σου έμεινε για λίγο να επαναλαμβάνεται η τελευταία φράση, και έτσι καθώς επίμονα και εκείνο με κοιτά, νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω.
Απουσίες λοιπόν, ντυμένες τόσο όμορφες λέξεις και χρώματα σαν να επρόκειτο για γιορτή. Όμως πάντα όταν μπορέσεις να κοιτάξεις με καθαρή ματιά το γεγονός που γιορτάζουν, τότε δυστυχώς ένα δάκρυ σχεδόν πάντα ξεφεύγει αυθόρμητα για όλες εκείνες τις απουσίες που και εσύ ο ίδιος κουβαλάς και για τις οποίες δεν είπες ποτέ ούτε μια κουβέντα.
Τις έντυσες με μουσικές και χαμόγελα και έκανες ότι και όλοι οι υπόλοιποι. Προσποιήθηκες ότι ήταν παρουσίες.
Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του στα αριστερά και από εκεί στον ορίζοντα. Η ηρεμία της θάλασσας σε συνάρτηση με την ζέστη που έκανε έντονη την παρουσία του καλοκαιριού, ωθούσε εκεί στο βάθος τον ορίζοντα να χάνεται και την θάλασσα με έναν όμορφο τρόπο να ενώνεται με τον ουρανό.
Η ζωή καθημερινά μας διδάσκει μέσα από τις εικόνες τις, σου είπε και μετά ξανά σιωπή. Για κάποιο τρίτο σίγουρα θα ήσασταν περίεργο θέαμα, όμως εσύ είχες πλέον συντονιστεί και καταλάβαινες απόλυτα τι εννοούσε.
Που τελειώνει ο ουρανός και που ξεκινά η θάλασσα αναρωτήθηκες. Ο ουρανός, ο γεμάτος καρπούς και υποσχέσεις να αντανακλά την αντρική του φύση μέσα από τις γαλήνες και τα ξεσπάσματα του που τόσο άναρχα διάφοροι εξωγενείς παράγοντες δημιουργούν κάθε στιγμή.
Και η θάλασσα που καλυμμένη με την σοφία που περιβάλλει την θηλυκή της φύση, έχει πάντα την κατανόηση αλλά και την σκληρότητα να δημιουργεί και να ενεργεί.
Που λοιπόν τέμνονται τούτες οι δυνάμεις αναρωτήθηκες φωναχτά και η απάντηση ήταν άμεση. Πουθενά, και αυτό διότι πολύ απλά δεν είναι διακριτές, ούτε διαφορετικές, Αποτελούν τις δύο πλευρές ενός και μόνο νομίσματος που συνεχώς λανθασμένα αναρωτιόμαστε αν είναι κορώνα ή γράμματα.
Μετά από αυτό πάλι σιγή. Η τρίτη και όπως το ένιωσες και η μεγαλύτερη.
Άφησες το βλέμμα σου να φύγει εκεί προς τον ορίζοντα, μιμούμενος τις έτερες αντιδράσεις και τότε ήταν που κάτι λαμπύρισε μέσα στο νερό αρκετά κοντά σου.
Η περιέργεια, πάντα ο καλύτερα χειρότερος σύμβουλος της γνώσης, σε ώθησε να αποκοπείς από αυτό το μικρό σύνολο και να περπατήσεις προς τα εκεί. Η καυτή άμμος που ένιωθες σε κάθε σου βήμα σαν δοκιμασία, διατήρησε την σκληρότητα της ως τη στιγμή, την λυτρωτική εκείνη στιγμή, που τα πόδια σου άγγιξαν το νερό.
Η λάμψη μετατοπίστηκε στα δεξιά σου, από εκεί με ταχύτητα στα αριστερά σου και χωρίς καμία προειδοποίηση, έχοντας ήδη περπατήσει μερικά βήματα ακόμα, με το νερό να σε έχει καλύψει μέχρι τη μέση, ένιωσες μια δύναμη να σε τραβάει προς τα εμπρός. Το σώμα σου παραδομένο σε τούτο τον αιφνιδιασμό δεν μπόρεσε να αντιδράσει και έτσι βρέθηκες να σέρνεσαι στην άμμο με ταχύτητα, νιώθοντας δυο χέρια να σε οδηγούν βαθιά μέσα στη θάλασσα.
Η περιέργεια, όπως πάντα, αντιμέτωπη με το αναπάντεχο και την δυσκολία, δεν χρειάστηκε παρά μόνο μερικές στιγμές για να μετατραπεί σε απόγνωση, σέρνοντας μαζί με το σώμα σου και κάθε λογής αρνητική σκέψη.
Ένας αρνητισμός που τόσο αναπάντεχα εξαφανίστηκε όταν ξαφνικά όλα σταμάτησαν και βρέθηκες να κοιτάς δύο μεγάλα θαλασσιά μάτια τόσο διαπεραστικά και τόσο όμορφα...
Η απορία που είχε δημιουργηθεί στο βλέμμα σου για αυτό που αντίκρυζες, ήταν εύκολα αναγνώσιμη από κάποιον που γνώριζε πως να την διαβάσει και εκείνη, ήσουν σίγουρος από την πρώτη στιγμή που οι ματιές σας διασταυρώθηκαν, ότι γνώριζε.
Σου χαμογέλασε πλατιά και χωρίς να μιλήσει σου έκανε νόημα να την ακολουθήσεις. Ξεκίνησε να κολυμπά σχετικά γρήγορα και εσύ για μερικές στιγμές έμεινες στάσιμος να την κοιτάς και να προσπαθείς να πείσεις τη λογική σου ότι αυτό που βλέπεις είναι αληθινό.
Όταν αποφάσισες να ξεκινήσεις, μετά βίας πλέον αναγνώριζες τη φιγούρα της στο βάθος και όμως αρκετά γρήγορα βρέθηκες ξανά στο πλάι της, νιώθοντας ότι αυτό είναι το πλέον φυσιολογικό.
Η τροχιά ήταν καθοδική και περίεργος πώς αντί ο χώρος να γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινός, μια περίεργη λάμψη ξεκίνησε να σε ενοχλεί και καθώς κατέβαινες η λάμψη αυτή έγινε έκρηξη και μόλις μπόρεσες να ανοίξεις τα μάτια σου ξανά, νιώθοντας ένα ελαφρύ πόνο, εκείνη βρισκόταν απέναντι σου, διασκεδάζοντας με την κατάσταση που είχε βάλει σε τόσο έντονη δοκιμασία το σώμα και το μυαλό σου.
Πλέον η θάλασσα είχε εξαφανιστεί και εκείνη είχε "ανταλλαξει" την φανταχτερή μπλε ουρά της, που λίγο πριν κουνούσε ρυθμικά δεξιά αριστερά, με ένα ζευγάρι καλλίγραμμα πόδια που όπως η ματιά σου ξεκίνησε να τα παρατηρεί ανεβαίνοντας προς τα μάτια της, σου φάνηκαν ατέλειωτα.
Ένας προθάλαμος κατάλευκος με μια και μόνο επιγραφή ακριβώς πάνω από την ξύλινη πόρτα ακριβώς στο κέντρο του απέναντι τοίχου, - ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ-
Σε πήρε από το χέρι και με αργά βήματα κατευθυνθήκατε προς τα εκεί. Η πόρτα άνοιξε και ξεκίνησες να περπατάς σε ένα μεγαλύτερο αλλά εξίσου κατάλευκο δωμάτιο με δυο μεγάλους πίνακες, έναν στα δεξιά σου και έναν στα αριστερά σου.
Στο κέντρο ένα στρογγυλό τραπέζι και επάνω του δύο μικρές ξύλινες ταμπέλες με ευδιάκριτα γραμμένες επάνω τους τις λέξεις απών και παρών.
Εκείνη σε οδήγησε ως εκεί και τότε χωρίς καμία προειδοποίηση, έβγαλε μια τόσο έντονη και διαπεραστική κραυγή η οποία την έκανε να σπάσει σε αμέτρητα κομμάτια που έντρομος είδες να σκορπίζονται στο δάπεδο και να καλύπτουν όλο το χώρο. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή οι πίνακες ξεκίνησαν να γεμίζουν γραμμές και χρώματα, λες και ένα αόρατο χέρι είχε ξεκινήσει να δημιουργεί με ένα αυτόνομο δικό του τρόπο.
Ακριβώς απέναντι στον τοίχο, μία πόρτα ξεκίνησε να δημιουργείται και μια επιγραφή εμφανίστηκε ακριβώς από πάνω της.
-Δες και θα σε δουν, νιώσε και θα καταλάβεις, ζήτα και θα λάβεις-
Σου πήρε μερικές μόνο στιγμές να εναρμονιστείς σε τούτα τα νέα δεδομένα και τότε πήρες στα χέρια σου τις δυο μικρές επιγραφές και στάθηκες μπροστά στον πρώτο πίνακα. Είδες το σπίτι σου, τους γείτονες σου, τους φίλους από τη δουλειά που συχνά πυκνά βγαίνετε παρέα τα Σαββατόβραδα, είδες τη γυναίκα με την οποία μοιράζεσαι το κρεββάτι και την καθημερινότητα σου.
Ήσουν αρκετά σίγουρος ότι αυτό είναι κάδρο που έπρεπε να κρεμάσεις την επιγραφή παρών. Όμως σε προβλημάτισε ότι υπήρχαν πολλές λεπτομέρειες που παρατηρούσες για πρώτη φορά. Το χρώμα του φράχτη σου, το χαμόγελο σου όταν έπινες, τα μάτια της γυναίκας που ξυπνούσε κάθε πρωί δίπλα σου.
Πισωπάτησες, νιώθοντας λίγο άβολα και στράφηκες στον άλλο πίνακα. ο οποίος είχε ζωγραφισμένα μόνο δύο μάτια. Ένιωσες ότι ήταν αρκετά. Τα κοίταξες και μέσα τους είδες τα πάντα. Άκουσες τη φωνή της να αντηχεί στα αφτιά σου και κλείνοντας τα μάτια σου αυθόρμητα, ο ήχος μετατράπηκε σε παφλασμό και τα ρουθούνια σου γέμισαν αλμύρα.
Μπορούσες άραγε να ονομάσεις τούτη την κατάσταση απών;
Κατέληξες σε ένα χαμόγελο. Οι δύο αυτές ταμπέλες βάραιναν πλέον τα χέρια σου όμως στο μυαλό σου τα πράγματα ξεκίνησαν να απλοποιούνται.
Τι και αν ζούμε μια καθημερινότητα γεμάτη με άλλους, τι και αν συνδεόμαστε και αλληλοεπιδρούμε. Θα μπορούσε κάποιος με σιγουριά να πει ότι έτσι είμαστε παρόντες;
Η απάντηση ήταν εύκολη, φυσικά και όχι. Παρόντες είμαστε εκεί που νιώθουμε, μέσα από τα μάτια που συνεχώς κουβαλάμε παρέα μας και με τα οποία μοιραζόμαστε τις χαρές μας, τις νίκες μας και τις υπομονές μας.
Εκεί είναι το παρών, αφήνοντας τον αντίποδα να υπάρχει εκεί που απλά περιφέρουμε το σώμα μας, μέσα σε όλες τις καθημερινές εκφάνσεις του πρέπει μας.
Τοποθέτησες τις επιγραφές στις "σωστές" τους θέσεις και τότε εμφανίστηκε ακριβώς μπροστά από την πόρτα μια ακόμα επιγραφή, με μια και μόνο λέξη, -ΣΥΝΘΗΜΑ-
Η είσοδος ήταν ελεύθερη, η έξοδος όμως όχι. Έκανες ένα βήμα πίσω και αφού η ματιά σου έκανε έναν γύρο στο δωμάτιο, κατέληξε στον πίνακα στα δεξιά σου και στα μάτια της.
Ήξερες και απλά χαμογέλασες. Βγήκες από το δωμάτιο, αφήνοντας πίσω σου γραμμένο στο πάτωμα ένα τεράστιο, για πάντα..
Την επόμενη στιγμή καθόσουν ξανά στην αρχική σου θέση, νιώθοντας το μυαλό σου να στροβιλίζεται. Ο διαχωρισμός σαφής και τελικά πολύ απλός. Από την μια η παρουσία της απουσίας, γεμάτη ενέργεια και δύναμη και από την άλλη η απουσία της παρουσίας γεμάτη ερωτηματικά και ανυπομονησίες.
Και δυστυχώς τις περισσότερες φορές εσύ εκεί ανάμεσα τους, να κοιτάς το μαραμπού του Καββαδία και να σιγοτραγουδάς..., και έτσι καθώς επίμονα και εκείνο με κοιτά, νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω.