Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Εγκλήματα



Και επιστρέφεις στον τόπο του εγκλήματος. Όλοι επιστρέφουν. Πρέπει να είναι κάποια διαστροφή την οποία ποτέ δεν κατανόησες επαρκώς. Εσένα από την άλλη σε ώθησε καιρό μετά η ανάγκη να περπατήσεις μέχρι εδώ και με μισή καρδιά να κατέβεις τα δώδεκα σκαλοπάτια που οριοθετούν την νοητή αυλή αυτού του υπόγειου διαμερίσματος. Κατά μια διαβολική σύμπτωση το πρώτο κλειδί που δοκίμασες ήταν και το σωστό. Λες και η όλη κατάσταση σε περίμενε με ανυπομονησία να την εξελίξεις μέσα από την πράξη σου και να την πας παρακάτω.
Μπήκες χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήσουν έτσι και αλλιώς αποφασισμένος, όμως το θέαμα σε πάγωσε. Τι και αν είχες προετοιμαστεί για όλο αυτό; Η εικόνα που αντίκρισες σε έκανε να σταματήσεις και έτσι το βήμα σου έμεινε μετέωρο.
Αν εξαιρέσεις την σκόνη που είχε δημιουργηθεί από το χρόνο, τα πάντα παρέμεναν σε μια εικόνα τρομακτικά ίδια με εκείνη που είχες στο μυαλό σου. Όμως είχε περάσει καιρός. Δεν μπορούσες με σιγουριά να πεις πόσος, όμως ήσουν σίγουρος ότι ήταν παραπάνω από αρκετός. Οι ρυτίδες του προσώπου σου υπήρχαν ως αδιάψευστος μάρτυρας της παρουσίας του χρόνου μέσα στην ανάμνηση σου.
Χαμογέλασες κάτω από το βάρος αυτής της σκέψης και άφησες την ματιά σου να πλανηθεί. Σε γενικές γραμμές αυτό ήταν χαρακτηριστικό της ψυχής σου. Όμως σήμερα οι καταστάσεις σου επέτρεψαν να αφήσεις τα μάτια σου να δουν όλα όσα η καρδιά σου είχε ανάγκη να νιώσει ότι υπάρχουν. Έστω και αν το γνώριζε ότι ήταν αυταπάτη. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να παραβλέψει την πραγματικότητα, έτσι σπασμένη και χωρίς δυνατότητα επιδιόρθωσης.
Ένα καφέ πουλόβερ, ακουμπισμένο στην καρέκλα, δώρο σε κάποια γενέθλια και ο λεκές στο λευκό τραπεζομάντιλο απαράλλακτος να σου κλείνει το μάτι συνωμοτικά σαν να σου λέει, θυμάσαι;
Και εσύ θυμόσουν. Πώς θα μπορούσες να ξεχάσεις έτσι και αλλιώς;
Προχώρησες λίγο πιο μέσα και η φωτογραφία στην παλιά καφέ κορνίζα σε καθήλωσε. Μετέωρα, πολλοί χειμώνες πριν και μπροστά από την ομορφιά του τοπίου η ομορφιά η δική της. Να ανταγωνίζεται η μια την άλλη χωρίς όρια. Όταν όμως κοίταξες πιο προσεκτικά, παραξενεύτηκες. Έψαξες γύρω γύρω στην κορνίζα για ρωγμές ή κενά που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως διέξοδοι διαφυγής. Η ομορφιά του βράχου και του κενού ήταν εκεί. Ίδια και εντυπωσιακά φρέσκια παρά τους τόσους χειμώνες που κουβαλούσε πια. Όμως η δική της είχε χαθεί. Έστεκε πλέον μόνη της στη μέση της φωτογραφίας χωρίς καμία λάμψη και δυστυχώς χωρίς καμία δυνατότητα αντιπαράθεσης ή ανταγωνισμού.
Άφησες λίγο το μυαλό σου να ξαναπαίξει την σκηνή και λίγο γέλασες. Αυτό το πικρό γέλιο που συνοδεύει δυστυχώς σχεδόν πάντα τις αναμνήσεις, όταν μέσα σε αυτές βλέπουμε τον παιδικό μας συνήθως, αθώο εαυτό και τα παιδαριώδη λάθη μας. Κυρίως κρίσης και αντοχής.
Λάθος αντοχής θα το χαρακτήριζες το συγκεκριμένο. Εσύ χαρούμενος μέσα στην ομορφιά του τοπίου, μεθυσμένος και γεμάτος ενθουσιασμό από τον έρωτα που κουβαλούσες για την ζωή και εκείνη παρά το νεαρό της ηλικίας της, ήδη παραδομένη στη μιζέρια και το τίποτα που συνήθως συνοδεύει τους άτυχους ή τους πολυκαιρισμένους.
Πήγες πιο κοντά και την κοίταξες στα μάτια. Σ αγαπώ της είχες πει και εκείνη τελείωνε...
Κάποια στιγμή λοιπόν το έκανες. Τελείωσες και την άφησες πίσω. Προχώρησες για καιρό και να που σήμερα, όπως όλοι οι δολοφόνοι, επέστρεψες στον τόπο του εγκλήματος. Πλησίασες την φωτογραφία και ασυναίσθητα ακούμπησες πάνω της το αριστερό σου χέρι. Πήρες μια βαθιά ανάσα και η ευχή βγήκε αυθόρμητη και σε ώθησε να νιώσεις. Να είσαι καλά , είπες ψιθυριστά. Είχε περάσει αρκετός καιρός και είχες μέσα από την λυτρωτική διαδικασία της συγχώρεσης, κρατήσει μόνο τα θετικά κομμάτια της ιστορίας.
Η αλήθεια είναι ότι σου πήρε καιρό και κόπιασες αρκετά. Στα δύο άδεια διπλανά κάδρα για λίγο, κοίταξες τον θυμό σου και τον εγωισμό σου που πληγώθηκε και σε εξώθησε να τα αφήσεις κενά, χωρίς εικόνες και χωρίς καμία δυνατότητα να μαρτυρήσουν το παρελθόν. Η μόνη φωτογραφία που γλίτωσε και διεσώθη ήταν εκείνη στην οποία ζούσε ο ανταγωνισμός. Την άφησες για να μπορείς να ανασύρεις τις λάθος συμπεριφορές που ήξερες εξ αρχής ότι ο χρόνος θα σε ανάγκαζε να θάψεις βαθιά μέσα σου.
Προχώρησες και μπήκες στο μικρό μπάνιο στο τέλος του διαδρόμου. Χωρίς να μπορείς να το αποφύγεις σε κοίταξες και σάστισες. Όλη αυτή η αναπόληση σε είχε ωθήσει τόση ώρα να ξεθάψεις τον επαναστάτη μικρό θεό που έκρυβες μέσα σου. Η εικόνα και η καρδιά σου σε έκαναν να νιώσεις έτσι. Σάστισες λοιπόν διότι απροειδοποίητα το είδωλο στον καθρέφτη φάνηκε τόσο ξένο. Τόσο χρησιμοποιημένο και παλιό. Και έτσι το σάστισμα μετατράπηκε σε στεναχώρια, έστω πρόσκαιρη.
Αν σε είχαν πιάσει τότε σκέφτηκες, ίσως οι καταστάσεις να ήταν διαφορετικές. Όμως κανένας δεν νοιάστηκε, όσο καιρό και αν φώναζες και όσο και αν ζητούσες βοήθεια. Είναι πάντα μεγάλο το ρίσκο και σχεδόν κανείς δεν θέλει να το διαχειριστεί.
Έτσι η φθορά του χρόνου το σκότωσε και εσύ υποσχέθηκες να μην κλάψεις αλλά να εκδικηθείς. Είχες ανάγκη να ισοφαρίσεις με κάποιο τρόπο την αδιαφορία που η κοινωνία σου πέταξε στα μούτρα χωρίς να δείξει έλεος ή κατανόηση. Αν σε είχαν πιάσει...
Δεν θα είχες κάνει τόσα εγκλήματα, δεν θα είχες την δυνατότητα. Όμως δεν σε έπιασαν και εσύ τα έκανες. Ξέσκισες χωρίς έλεος και εσύ, και δυστυχώς χωρίς κανένα ενδοιασμό, τόσες καρδιές που στο αποτέλεσμα έχασες το λογαριασμό. Η αυταπάτη της ανωτερότητας που πάντα λαθραία μεταφέρει η ματαιοδοξία σε ώθησε να εκδικηθείς με έναν τρόπο τόσο μακρυά από αυτά που θεωρητικά πρέσβευες και θεωρούσες σωστά.
Χίλιες καρδιές για την δική μου είχες πει ένα βράδυ μεθυσμένος, παρατηρώντας άλλο ένα άψυχο κουφάρι να απομακρύνεται παραδομένο στην προδοσία που του επιφύλασσες. Έγινες αγρίμι χωρίς οίκτο και κάθε πρωί επέστρεφες σε μια άλλη πραγματικότητα φορώντας τη μάσκα που η κοινωνία σου είπε ότι σε κάνει πιο πετυχημένο και θελκτικό.
Μια μάσκα που φόρεσες αρκετά ώστε στο τέλος να καταλήξει να γίνει συνήθεια και πραγματικότητα. Κάθε έγκλημα έχει συνέπειες και οι δικές σου ξεκίνησαν το πρωί που η μάσκα ενσωματώθηκε πλέον και έγινε κομμάτι σου. Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη και εκτός από τα μάτια σου δεν αναγνώρισες τίποτα άλλο από εκείνο το παιδί που σχεδόν έναν αιώνα πριν φώναζε σ αγαπώ, καβάλα σε ένα μεταλλικό διακοσμητικό λιοντάρι, κάπου στην μέση της Ελλάδας. Φοβήθηκες και αυθόρμητα ξεκίνησες να φωνάζεις. Όμως για κάποιο λόγο το στόμα σου καθρεφτιζόταν στο τζάμι απέναντι σου ατάραχο και γαλήνιο. Τότε ξεκίνησες να βιώνεις τις συνέπειες. Τότε ξεκίνησες να κατανοείς ότι υπάρχουν.
Ποια ανάγκη σε ώθησε σήμερα να μετρήσεις δώδεκα σκαλοπάτια και να περάσεις την πόρτα ενός υπόγειου κλειστού και παρατημένου από καιρό;
Δύο ορόφους παραπάνω είχες ότι χρειαζόσουν. Θέα στο πάρκο, μεγάλο σπίτι, μια μεγάλη τροπαιοθήκη με 998 καρδιές και δύο να περιφέρονται ζωντανές τριγύρω σου, αποδεικνύοντας την μεγαλοψυχία σου. Έτσι είχες βαφτίσει την ανάγκη σου να γλυκάνεις με κάποιο τρόπο την μοναξιά σου. Τόσο μπροστά από την μάσκα σου όσο και πίσω από αυτήν. Το πρώτο ήταν σχετικά εύκολο. Χρειάστηκαν μερικές διαβεβαιώσεις και αρκετή υπομονή. Έτσι και αλλιώς ο σκοπός ήταν τέτοιος που είχες πια όση χρειαζόσουν. Πίσω από την μάσκα όμως;
Είχες συνθηκολογήσει αλλά δεν είχες παραδοθεί. Είχες διαπράξει ένα τεράστιο έγκλημα όταν μόνος σου έμπηξες το μαχαίρι της αδιαλλαξίας στην καρδιά σου και έτσι έμεινες μόνος. Παραδομένος στην ήττα ενός αγώνα στον οποίο κάποτε μπήκες χωρίς σκέψη.
Αυτή ήταν και η ανάγκη σήμερα να περπατήσεις δώδεκα χρόνια, ένα προς ένα και να πας πίσω, εκεί που ζούσε το παιδί που κουβαλάς ακόμα στο βλέμμα όταν κάποιο τραγούδι ή μια εικόνα φέρνουν στο μυαλό σου εκείνη.
Επέστρεψες λοιπόν στην αρχή. Εκεί που όλοι μας διαπράττουμε τα μεγαλύτερα αδικήματα και το συναίσθημα που σε κατέκλυσε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά αγνή, ατόφια λύπη. Αυτό το συναίσθημα ήταν αρκετό να σε ρουφήξει πίσω και πίσω ώσπου να ανοίξεις τα μάτια σου σε ένα βράδυ Δεκέμβρη λίγους χειμώνες πριν.
Εκείνη παραδομένη στη φθορά, είχε αφήσει την ψυχή της να ταξιδέψει και το σώμα της βρισκόταν κουλουριασμένο και ξέπνοο μερικά μέτρα δίπλα σου. Ζούσες στον απόηχο των σκέψεων σου και έτσι κοιτώντας την χωρίς να το πολύσκεφτείς άρχισες να μουτζουρώνεις ένα χαρτί, γεμίζοντας το με λέξεις που δεν θα διάβαζε ποτέ.
Λέξεις και έννοιες που βιάστηκες να τσαλακώσεις και να πετάξεις φοβισμένος σε μια άκρη του μυαλού σου και τι ειρωνία να ανακαλύψεις καιρό μετά ότι ίσως υπήρξαν οι πιο ώριμες και αντρίκειες λέξεις που εξέφρασες ποτέ. Αποδοχή ενός εγκλήματος με κάθε τιμιότητα και με κάθε μεγαλοπρέπεια. Όπως ταιριάζει άλλωστε στα εγκλήματα κατά της καρδιάς.

χαράματα και ξύπνησα με ένα στεναγμό σου
εκεί στο μισοσκόταδο ένιωσα τον θυμό σου
δίπλα σου ανακάθισα, σε κοίταξα στα μάτια 
και αυτό το δάκρυ που `σταξε με έκανε κομμάτια

Πως να κρατήσω μια ψυχή που θέλει να πετάξει
που άλλα ονειρεύεται, που θέλει να γελάσει
που μεσ` το δάκρυ πνίγεται κάθε που αποκοιμιέται 
αφού καιρό σταμάτησε να νιώθει ότι αγαπιέται

Χαράματα και χάθηκα πάλι στο πρόσωπο σου
σε κοίταξα και ένιωσα βαθιά πια το θυμό σου
για τη ζωή που ζήσαμε, για όσα σου χουν λείψει
και τότε απλά κατάλαβα πως πια με έχεις αφήσει

Μέσα στα μάτια μου η αγάπη θα `χει πάντα την μορφή σου
μέσ` την ψυχή μου θα κρατήσω το φιλί σου
Μα εκεί χαράματα με αυτό το στεναγμό σου
έμαθα πια πως δεν μπορώ να είμαι στο πλευρό σου 

Μεσ` την ψυχή μου η ματιά σου θα ζεσταίνει
ο,τι πια έξω μου κρυώνει και πονά
και μια ευχή με συντροφεύει αργά τα βράδια 
να είσαι πάντα ευτυχισμένη και καλά.