Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Περιπλανώμενος



Περιπλανώμενος ζητιάνος σε ένα νομαδικό ασκέρι απροσάρμοστων ψυχών. Ζητάς και απλώνεις το χέρι με την άνεση που η ζωή σου δημιούργησε. Δεν νιώθεις ενοχές για αυτή σου την πράξη. Στήνεις και ξεστήνεις τη σκηνή σου αναπροσαρμόζοντας τις ατάκες σου, ανάλογα με το ακροατήριο. Ο λυρισμός και ταυτόχρονα η ειρωνεία της ζωής είναι ότι πάντα δίνει την δυνατότητα στους αδαής και στους πολύ σοφούς να χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις. Το έχεις καταλάβει εδώ και καιρό και το εκμεταλλεύεσαι. Την πρώτη φορά σε εντυπωσίασε η αντίδραση τους όταν προσπάθησες να δώσεις το ίδιο νόημα μέσα από καινούργιες, πιο σύνθετες λέξεις. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο σταμάτησαν την επιμέρους φασαρία και σε άκουσαν με προσοχή, κοιτώντας σε κατευθείαν στα μάτια. Περιπλανώμενος ζητιάνος με την υγρασία από το νωπό χώμα να στεγνώνει αργά στην πλάτη σου και εσύ όπως πάντα με το χαμόγελο. Δεν είχες μάθει ποτέ κάτι άλλο και έτσι ποτέ δεν χρειάστηκε να συγκρίνεις. Νομαδικά περιπλανιέσαι, νομαδικά έχεις μάθει να βιώνεις. Όμως σήμερα μέσα στις λάσπες που τα παπούτσια σου αδιάφορα συνεχίζουν να κουβαλούν, χρειάστηκε μια απλή στιγμή και αρκετή τύχη ώστε να παρατηρήσεις το διαμάντι που εμπεριείχαν .
Το έβγαλες από εκεί, το καθάρισες και αρχικά το έβαλες στην τσέπη σου. Δεν είναι και ο,τι πιο φρόνιμο να προκαλείς. Εκείνο το βράδυ ήταν που με αυτό το καινούργιο σου απόκτημα, είδες για πρώτη φορά ένα όνειρο που έμελλε να επαναληφθεί απαράλλακτο για πολλές βραδιές. Εσύ μόνος περπατούσες κάτω από τα κίτρινα αρρωστημένα φώτα που στέκουν συνεχώς ακίνητα στο μονοπάτι που ακολουθεί το ποτάμι προς το κέντρο της πόλης και ξαφνικά μια αλεπού πέρασε από μπροστά σου. Σταμάτησε προς στιγμήν, σε κοίταξε στα μάτια και ύστερα ξεκίνησε να τρέχει, ώσπου άρχισε να αλλάζει και να μεταμορφώνεται σε έναν τεράστιο αετό που ξεκίνησε να πετά πάνω από το ποτάμι.
Το επόμενο πρωί ξύπνησες με ένα αίσθημα ανικανοποίητου στα χείλη. Κοίταξες τους ανθρώπους γύρω σου και τους άπλωσες το χέρι ζητώντας απάντηση. Εκείνοι δεν σε κατάλαβαν. Σε κοιτούσαν στα μάτια, όμως για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο δεν μπορούσαν να σε ακούσουν. Περιπλανώμενος στους δρόμους, περιπλανώμενος και στις σκέψεις. Κατάρα και ευλογία. Έτσι έλεγε ο παππούς σου. Οι απροσάρμοστες ψυχές πάντα έχουν την τύχη να μπορούν να τα διαλύσουν όλα με ένα απλό βλεφάρισμα, ή να τα δημιουργήσουν. Ευλογία για την στιγμή και κατάρα για τα όρια και τις αντοχές. Δεν το διαλέγεις. Δυστυχώς εκείνο διαλέγει εσένα και μετά απλά σε στοιχειώνει. Για πόσο;  μα για πάντα καλό μου παιδί. Για όσο διαρκεί αυτό το πάντα μέσα από την αναπνοή σου. Σοφά λόγια. Διαμάντια που κουβαλούσες τόσο καιρό χωρίς να έχεις την παραμικρή επίγνωση και τώρα αρχίζουν σιγά σιγά να σε ελκύουν και ταυτόχρονα να σε βαραίνουν.
Περιπλανώμενος ζητιάνος, όμως πλέον μπερδεμένος και με ένα καινούργιο πρωτόγνωρο αίσθημα ανικανοποίητου. Ο φθόνος αποτελεί από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, την δικλείδα ασφαλείας μέσω της οποίας η σοφία εξασφαλίζει την διαιώνιση της ύπαρξης της, μόνο μέσα από τα μάτια των άξιων και ικανών. Ο φθόνος γεννά τη διαμάχη και συνήθως μέσα από αυτήν τρέφεται ένα από τα δυσκολότερα και πιο επικίνδυνα θηλυκά, η απληστία. Περιπλανώμενος υπήρξες για καιρό και ήταν μόνο μια στιγμή που κάτι γυάλισε μέσα στην ψυχή σου, ώστε να σε κάνει να ονειρευτείς κάτι καλύτερο. Είναι ειρωνεία το ότι τα σπίτια στην απέναντι πλευρά του δρόμου θα μας φαίνονται πάντα πιο φωτεινά. Όμως στη δική σου περίπτωση δεν είναι ειρωνεία. Είναι παραλογισμός και μάλιστα στα όρια του εγκληματικού. Κοιμάσαι με ταβάνι τον ουρανό και η ματιά σου δεν υποκύπτει σε φθαρτά και υλικά. Όχι τουλάχιστον μέχρι να διαφανεί η ευκαιρία να τα αποκτήσεις και εσύ.
Έτσι αποχαιρέτησες τους συντρόφους και νόμιζες ότι φορώντας την εικόνα της πόλης θα μπορέσεις να χαθείς μέσα της. Τόσο αφελής. Όμως κανείς δεν ασχολήθηκε. Με τον καιρό παρατήρησες ότι σε αυτές τις οργανωμένες κοινωνίες, ο φθόνος και η απληστία έχουν τεράστια αγάλματα, περίτεχνα σκαλισμένα και τοποθετημένα με προσοχή σε ανοιχτά πάρκα και πλατείες ώστε να είναι ορατά σε όλους. Άλλοτε ως υπενθύμιση και άλλοτε ως απειλή. Εσύ από την άλλη μπορεί να αποχαιρέτισες την νομαδική ζωή, όμως παρέμεινες απροσάρμοστη ψυχή. Είπαμε δεν αποτελεί επιλογή.
Αυτό σε βοήθησε να μπεις στις καταστάσεις χωρίς φόβο. Και τι ατυχία, νόμιζες ότι αυτό αποτελεί πλεονέκτημα. Είδες, σε είδαν και έναν αιώνα και μια πανσέληνο αργότερα με τις φαβορίτες σου πιο μακριές και το βλέμμα εξίσου αδούλωτο, μάζεψες όλα όσα η ζωή πίστευες ότι σου χρώσταγε και τα έπαιξες σε μια ζαριά δείχνοντας έμπρακτα τον ερωτά σου για εκείνη. Και κέρδισες. Μέσα σε μια στιγμή διπλασίασες τις επιλογές σου και μέσα από αυτές και τις ανάγκες σου. Χαμογέλασες και της έκλεισες το μάτι. Εκείνη έκανε προσποιητά πως ενοχλείται αφήνοντας ένα υπονοούμενο ότι μπορεί η τύχη να μπήκε ανάμεσα σας. Όμως γυρίζοντας από την άλλη χαμογέλασε πονηρά διότι ήξερε.
Εσύ μεθυσμένος από αυτή την απρόσμενη νίκη στάθηκες για πρώτη φορά μπροστά σε μεγέθη που ίσως κάποια στιγμή να είχες φανταστεί. Έτσι δεν το πολυσκέφτηκες και τα ξανάπαιξες όλα, έχοντας στη ματιά σου αφήσει, χωρίς να το καταλάβεις είναι η αλήθεια, να διεισδύσει η αλαζονεία. Είχες περάσει στην αντίπερα όχθη και τώρα ήσουν αυτός που έβλεπε το χέρι και όχι εκείνος που το πρότεινε.
Μια στιγμή ήθελε όλη και όλη η απληστία για να σε καταστρέψει και της την έδωσες. Δεν θα στο ομολογήσει ποτέ, όμως από αυτή την ενέργεια που παράγει το συναίσθημα του τέλους και της καταστροφής, θρέφεται και διατηρείται. Εσύ κέρδισες για ακόμα μια φορά και έτσι η αγωνία της απολαβής παρατάθηκε. Όμως η τρίτη φορά ήταν και η φορά που θα τα ανέτρεπε όλα. Ήσουν σίγουρος πλέον μέσα στις ονειροπολήσεις σου και έτσι δεν προετοιμάστηκες για το ενδεχόμενο της ήττας. Έτσι λοιπόν την στιγμή που την αντίκρισες, δεν ήξερες πώς να αντιδράσεις. Πήρες μια βαθιά ανάσα και πισωπάτησες. Την κοίταξες στα μάτια και εκείνη σου χαμογέλασε με κατανόηση. Δεν το ήξερες ακόμα αλλά δεν μπορούσε να σε πειράξει. Δεν είχε την δύναμη. Έπρεπε όμως να ακολουθήσεις το δρόμο της απώλειας για να το κατανοήσεις. Έπαιξες και έχασες όμως το αντίτιμο της ήττας όσο και αν δεν μπορούσες να το καταλάβεις, παρέμενε έξω από εσένα, ανίκανο να σου προκαλέσει την παραμικρή πληγή. Λίγο τον εγωισμό σου ενόχλησε διότι ήθελες να δηλώνεις ότι η εξυπνάδα ήταν μόνιμος σύντροφος στον αγώνα τούτο να σμιλεύσεις την πέτρα, να της δώσεις μορφή και να την σηκώσεις από το χώμα, χτίζοντας την αξιοποιώντας την για έναν ανώτερο σκοπό όπως προστάζει η λογική.
Ένα γαμώτο σου ξέφυγε την ώρα που περνούσες την πόρτα και έβγαινες ξανά μετά από καιρό στον καθαρό αέρα και τον έναστρο ουρανό. Η αλήθεια είναι ότι λίγο σε είχε ελκύσει αυτή η ζωή και σε είχε κάνει προς στιγμήν οπαδό της. Όμως η απληστία τρέφεται από τον πόθο που δημιουργεί ο σκοπός της πραγμάτωσης και εσύ ένας περιπλανώμενος ζητιάνος, συνηθισμένος στο τίποτα και μέσα από εκεί στα πάντα, δεν είχες κανέναν...
Εκείνο το βράδυ έπαψες να βλέπεις  το όνειρο. Μετά από καιρό ξύπνησες και δεν θυμόσουν τίποτα. Όμως κάτι περίεργο σε κυρίευσε. Ξύπνησες γεμάτος και γαλήνιος. Ξεκίνησες πάλι την περιπλάνηση αποκομμένος από το παρελθόν και ζώντας μόνο το σήμερα. Ένα παρόν που το μόνο που ζητούσε πια από εσένα ήταν χαμόγελο. Το είχες και το έδωσες και έτσι δεν παραξενεύτηκες όταν τείνοντας το χέρι στο πρώτο ζευγάρι μάτια που αντίκρισες, ένιωσες τη ζεστασιά της αποδοχής και της ανταπόδοσης.
Περιπλανώμενος ζητιάνος, όμως πλέον και λίγο γνώστης. Έμαθες επιτέλους ότι άλλο περιπλάνηση και άλλο αποπλάνηση. Και τα δύο εμπεριέχουν την πλάνη, όμως δεν έχουν την ίδια δύναμη να σε επηρεάσουν. Μια μικρή διαδρομή βιωμάτων και συνειδητοποιήσεων είναι η ζωή και τώρα το γνώριζες. Το αίσθημα της ήττας ακόμα σιγόκαιγε τον εγωισμό σου και αυτή η θέρμη όσο καταλάγιαζε σε ζέσταινε και σου δημιουργούσε μια μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για το αύριο. Η απληστία θα επέστρεφε. Πάντα το κάνει ώστε να παραπλανεί τους αδαής και να ξυπνά τους πλανημένους. Όμως κάποιες φορές επιστρέφει απλά για ένα γεια. Κάποιες μάχες είναι τόσο μεγάλες και σημαντικές, ώστε δένουν για πάντα με δεσμά ακατάλυτα το νικητή και τον ηττημένο.
Όταν λοιπόν ξανάρθε σε βρήκε να κοιμάσαι. Σε κοίταξε για λίγο στοργικά και έπειτα μπήκε μέσα σου και εισχώρησε μέχρι εκείνη την μικρή κρύπτη που φιλούσες τα διαμάντια σου. Τα πήρε στα χέρια της και με μια κίνηση τα σκόρπισε στον αέρα. Μία αλεπού πέρασε το δρόμο, σταμάτησε, σε κοίταξε στα μάτια και σου χαμογέλασε. Όσο η  βαρύτητα έκανε την δουλειά της  ξεκίνησε να τρέχει και όπως κάθε φορά μεταμορφώθηκε σε έναν μεγάλο και περήφανο αετό που με μιας τα έπιασε με το ράμφος του και τα κατάπιε. Περνώντας από πάνω σου, στα έφτυσε κατάμουτρα μέσα από τις λέξεις που μπορούσες να καταλάβεις.
Η αξία σου πάντα θα μετριέται με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις ήττες σου. Περιπλανώμενος ή αποπλανημένος ..